6 Μαρ 2010

Η προσωπική εργάτρια

ΟΙΚΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ Η προσωπική μας εργάτρια

Πολύ μακρινές φαίνονται πια οι εποχές που αποτυπώνουν οι παλιές ελληνικές ταινίες με την εσώκλειστη ψυχοκόρη, το «δουλικό», ή την υπηρέτρια. Σήμερα είναι πιο πιθανό η οικιακή εργασία να επιτελείται από μετανάστριες, καθώς οι Ελληνίδες σταδιακά αποχωρούν από αυτή την απασχόληση για να επιβεβαιωθεί η παρατήρηση της ιστορικού της μετανάστευσης Νάνσι Γκριν, ότι αλλάζουν οι μετανάστες μέσα στο χρόνο, το ίδιο και αυτές που τις παρατηρούν.

Επειδή όμως δεν αλλάζουν ακριβώς και όλα, όσα χρόνια κι αν περάσουν, η έμμισθη οικιακή εργασία είναι σαφώς προσδιορισμένη φυλετικά και παραμένει γυναικεία υπόθεση: από τους 87.091 εργαζομένους σε νοικοκυριά (που λαμβάνονται ως εργοδότες) οι 84.233 είναι γυναίκες, δηλαδή η συντριπτική πλειονότητα που αντιστοιχεί στο 96,7% των απασχολουμένων σε ιδιωτικά νοικοκυριά (Ενημέρωση-Ινστιτούτου Εργασίας / ΓΣΕΕ, Οκτώβριος 2009).

Η οικιακή εργασία ωστόσο δεν είναι απλώς έμφυλη. Καθαρίστριες, οικιακό προσωπικό, βρεφοκόμοι, γηροκόμοι και αποκλειστικές νοσοκόμες, οι άνθρωποι που φροντίζουν για το νοικοκυριό ή για τους ευάλωτους και ανήμπορους στις οικογένειές μας, αποτελούνται κυρίως από μετανάστριες. Και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε να κάνουμε λόγο για καθαρά γυναικεία μεταναστευτική απασχόληση. Σχεδόν οι μισές μετανάστριες, σε ποσοστό 48,5%, απασχολούνται κυρίως ως οικιακές εργαζόμενες, και μάλιστα με αυξανόμενους ρυθμούς, σύμφωνα με τη μελέτη του ερευνητή εργασιακών σχέσεων Αποστόλη Καψάλη για τη μετανάστευση και την απασχόληση: έτσι, ενώ το 2001 απασχολούνταν στα ιδιωτικά νοικοκυριά 27.205 μετανάστριες, τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2005, η απασχόλησή τους σε αυτόν τον τομέα είχε αυξηθεί σημαντικά κατά 60%, ή 16.340 εργαζόμενες, φτάνοντας τις 43.545 και αντιπροσωπεύοντας το 67% των εργαζομένων σε αυτόν τον τομέα.

Σημαντικό είναι και το κόστος της παροχής υπηρεσιών στον οικιακό τομέα με τη μορφή εσωτερικής ή εξωτερικής οικιακής βοηθού -ως προσωπικό είτε καθαριότητας είτε φύλαξης και φροντίδας ανηλίκων και υπερηλίκων- το οποίο σύμφωνα με υπολογισμούς του Δικτύου Ενίσχυσης και Στήριξης Μεταναστριών (ΔΕΣ ΜΕ-2008) ανέρχεται στο διόλου ευκαταφρόνητο ποσόν των 22 εκατομμυρίων ευρώ το μήνα.

Μπορεί οι οικιακές εργάτριες να παίζουν έναν ολοένα και μεγαλύτερο ρόλο στα νοικοκυριά, έχοντας διευκολύνει τις εργοδότριές τους να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του δικού τους επαγγελματικού στίβου, ωστόσο οι ίδιες ως ένα περιθωριακό εργατικό δυναμικό βιώνουν περιορισμένα δικαιώματα και μια σειρά από εμπόδια στην πρόσβασή τους στο σύστημα κοινωνικής προστασίας ως αποτέλεσμα των συνθηκών εργασίας, των αντιλήψεων για τις υπηρεσίες αυτές που έχουν τόσο οι ίδιες όσο και οι εργοδότριές τους, αλλά επιπλέον και των στερεοτύπων που έχουν οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες πρόνοιας για τα μέλη των μεταναστευτικών ομάδων. Με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο αναπαράγονται διακρίσεις, αλλά υπονομεύεται και το κράτος πρόνοιας, αφού παρά την κατοχύρωση των τυπικών δικαιωμάτων δεν εξαλείφεται στην πράξη η «προνοιακή περιθωριοποίηση» των αδύναμων ομάδων του πληθυσμού, όπως καταδεικνύει η μελέτη των πανεπιστημιακών Ιορδάνη Ψημμένου και Χριστόφορου Σκαμνάκη «Οικιακή εργασία των μεταναστριών και κοινωνική προστασία. Η περίπτωση των γυναικών από την Αλβανία και την Ουκρανία» που εκδόθηκε το 2008.

Μία πρόσφατη μελέτη ρίχνει το βάρος στην οικιακή εργασία των μεταναστριών δίνοντας προτεραιότητα στην ανθρωπολογική επιτόπια έρευνα με συμμετοχική παρατήρηση στους χώρους εργασίας, προσεγγίζοντάς το σαν ένα μεγάλο πεδίο συνάντησης και ανταλλαγής. Μια συστηματική παρατήρηση στην έμμισθη οικιακή εργασία, με αφετηρία τις ίδιες τις οικιακές εργαζόμενες -Ελληνίδες, Αλβανίδες και Φιλιππινέζες, τις διαφορετικές εθνοπολιτισμικές αντιλήψεις τους και τις εργασιακές τους πρακτικές όπως διαμορφώνονται στη σχέση τους με τις Ελληνίδες εργοδότριές τους. Παράλληλα με τα ερωτηματολόγια που δόθηκαν σε 450 οικιακές εργαζόμενες και 200 εργοδότριες, χρησιμοποιήθηκε η τεχνική των ιστοριών ζωής για να δοθεί βάθος σε κάποια πορτρέτα εργαζομένων στα οποία με γλαφυρό τρόπο αναδεικνύονται οι επιλογές που δίνουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στις διαφορετικής εθνότητας εργαζόμενες.

Η εμπειρική διαδρομή και αποτίμηση των ευρημάτων που παρουσιάζουμε σήμερα αποτυπώνεται στην έκδοση «Κόσμοι της οικιακής εργασίας - φύλο, μετανάστευση και πολιτισμικοί μετασχηματισμοί στην Αθήνα του πρώιμου 21ου αιώνα», εκδόσεις «Αλεξάνδρεια», με επιστημονικό υπεύθυνο τον καθηγητή στο τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου Ευθύμιο Παπαταξιάρχη, σε συνεργασία με την Πηνελόπη Τοπάλη, η οποία διδάσκει ανθρωπολογία στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και την Αγγελική Αθανασοπούλου, ερευνήτρια στο Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Κοινωνίας της Ακαδημίας Αθηνών.

«Η μελέτη αυτή φωτίζει από την πλευρά της οικιακής εργασίας τη διαλεκτική της κοινωνικής με την πολιτισμική διαφοροποίηση στη σημερινή Ελλάδα, δείχνοντας ότι η πολιτισμική διαφορά ακουμπάει βαθιά στον "πυρήνα" της ελληνικής κοινωνίας» μας λέει ο κ. Παπαταξιάρχης για την επίδραση των μεταναστών όχι μόνο στον οικιακό χώρο αλλά και στην κοινωνική πραγματικότητα.

«Πράγματι, συνεχίζει, η σημασία της παρουσίας των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία δεν είναι απλά οικονομική - τα χέρια που λείπουν για τις δουλειές που περισσεύουν επειδή δεν τις "θέλουμε". Δεν είναι ούτε επιφανειακά πολιτιστική -η εξωτική γαρνιτούρα διαφορετικότητας που προστίθεται διακοσμητικά στην κατά τα άλλα ανόθευτη, γαλανόλευκη πραγματικότητά μας. Η παρουσία τους έχει βαθύτερες δομικές επιπτώσεις, αφού φτάνει όχι απλώς να αφήνει ανεξίτηλα ίχνη πάνω στη σκληρή επιφάνεια του "νοικοκυριού", αλλά και να μετασχηματίζει την ιστορικά ανθεκτική δομή του».


Οι δύο κόσμοι της απασχόλησης

Πολλά είναι τα στοιχεία που μας φανερώνονται για τις αλλαγές που επήλθαν στα ελληνικά νοικοκυριά με την εργασία των μεταναστριών ως οικιακών βοηθών, από την πολύχρονη και σε βάθος έρευνα των Ευθ. Παπαταξιάρχη, Πηνελόπης Τοπάλη και Αγγελικής Αθανασοπούλου «Οι κόσμοι της οικιακής εργασίας», έκδοση η οποία ξεπερνά τις 400 σελίδες.

Αρκετά είναι όμως και όσα αποκαλύπτονται για τις προτιμήσεις των ίδιων των μεταναστριών σχετικά με τον τύπο οικιακής εργασίας που αναλαμβάνουν, και μάλιστα ανάλογα με την εθνικότητά τους, αλλά και για τις επιλογές των ίδιων των Ελληνίδων εργοδοτριών τους, καθώς γίνεται φανερό ότι διαφορετικές εθνοτικές ομάδες συγκεντρώνονται σε διαφορετικούς τύπους οικιακής εργασίας. «Αποτέλεσμα των παραπάνω επιλογών είναι να διακρίνουμε εθνοτικά ίχνη και συγκεκριμένες πολιτισμικές τάσεις σε συγκεκριμένους τύπους εργασίας, αλλά και να ανιχνεύουμε τα αποτελέσματα των δομικών χαρακτηριστικών μορφών εργασίας πάνω σε στάσεις εθνοτικών ομάδων», όπως παρατηρούν οι ερευνητές.

Ετσι, η είσοδος των Αλβανίδων μεταναστριών επέφερε ριζική αλλαγή στο τοπίο της έμμισθης οικιακής εργασίας στην Αθήνα, επεκτείνοντάς τη σε μεγαλύτερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα. Κι αυτό επειδή την κατέστησαν πλέον προσιτή οικονομικά, ώστε να διευκολυνθούν ακόμη και τα μικροαστικά νοικοκυριά, που «απενοχοποιήθηκαν», όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι έρευνες, ώστε να κατορθώσουν να εμπλακούν στην έμμισθη οικιακή εργασία. Αυτό το γεγονός κάλυψε το κενό που δημιουργήθηκε με τη σταδιακή απομάκρυνση των Ελληνίδων οικιακών βοηθών, οι οποίες με δυσκολία εντοπίστηκαν, λόγω «της σταδιακής και πλέον ολοκληρωτικής αποχώρησής τους από το επάγγελμα τις τελευταίες δύο-τρεις δεκαετίες». Ενα άλλο κενό, αυτό της εσωτερικής οικιακής εργασίας -συνήθως σε μεγαλοαστικά σπίτια- καλύπτουν οι Φιλιππινέζες, από τις παλαιότερες αλλοδαπές εργαζόμενες στην Ελλάδα, συνώνυμες της μετανάστευσης γένους γυναικείου, αφού από τις περίπου 6.500 Φιλιππινέζες-ους της απογραφής του 2001, σχεδόν οι 5.000 ήταν γυναίκες.

Παραθέτουμε μερικά από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά που απέδωσε η έρευνα ανά κατηγορία εργαζόμενης και εργοδότριας. Να σημειωθεί ότι ένα συγκλονιστικό κομμάτι, το οποίο δεν είναι δυνατό να παρουσιαστεί λόγω έλλειψης χώρου, είναι οι αφηγήσεις των ίδιων των εργαζομένων για τη ζωή τους, που περικλείει πέρα από τη ζωντάνια της «εξομολόγησης», το πώς τα βγάζουν πέρα στην καινούργια τους χώρα, αξιολογήσεις και βιώματα που διαμορφώνουν τις προσδοκίες τους.

Ελληνίδες εργαζόμενες

Εχοντας πλέον ολοκληρώσει τη μετάβασή τους προς την εξωτερική οικιακή εργασία, καθώς ήδη από τη δεκαετία του 1970 σταματούν να εργάζονται ως εσωτερικές οικιακές βοηθοί, όσες Ελληνίδες οικιακές εργαζόμενες απομένουν στον κλάδο είναι πια μεγαλύτερες από 45 ετών, με οικογένεια και δικό τους σπίτι -«νοικοκυριό» σε ποσοστό 80%. Η έρευνα επιβεβαιώνει τη διασύνδεσή τους με την οικογένεια και τη μητρότητα, καθώς σε μεγαλύτερο ποσοστό από τον μέσο όρο των Ελληνίδων εργαζομένων έχουν οικογένεια και παιδιά. Αρκετές επιλέγουν να απασχοληθούν σε άλλους τομείς καθαριότητας, όπως γραφεία, κοινόχρηστους χώρους πολυκατοικιών κ.λπ.

Οι περισσότερες βρίσκουν δουλειά κυρίως μέσω φίλων (73,3%), απασχολούνται σε πενθήμερη βάση σε διαφορετικές εργοδότριες, με τις οποίες διατηρούν σταθερή σχέση στον χρόνο. Ισως γι' αυτό και η σχέση την οποία δομούν οι Ελληνίδες εργαζόμενες με τις εργοδότριές τους στον οικιακό χώρο να παρουσιάζει έντονα στοιχεία αμφισβήτησης της ιεραρχίας που αποτελούν σύνηθες χαρακτηριστικό των εργασιακών σχέσεων μεταξύ οικιακών βοηθών και εργοδοτριών. Η σχέση «οικειότητας» που διαμορφώνουν τα δύο μέλη αποτελεί απόρροια της εθνοτικής ομοιότητας και, κατά συνέπεια, της σχέσης «εμπιστοσύνης» που αυτή διαμορφώνει. Ενα ακόμη στοιχείο που συνθέτει αυτή τη σχέση εμπιστοσύνης είναι είτε η ηλικιακή ομοιότητα μεταξύ εργαζόμενης και εργοδότριας, είτε μια ηλικιακή διαφορά που λειτουργεί προς όφελος της εργαζόμενης όταν η εργοδότρια είναι νεαρή γυναίκα. Επιπλέον, «το δυνάμει εξισωτικό περιεχόμενο της σχέσης» ενισχύεται από τις κοινές προσλήψεις του οικιακού χώρου και των δραστηριοτήτων που δομούνται γύρω από αυτό μέσω της «γρήγορης» αντιμετώπισης των αναγκών του, του επιμελούς καθαρισμού και της επιτυχούς «τακτοποίησής» του. Αυτή την έμπιστη σχέση αποτυπώνει το γεγονός ότι το 60% των εργοδοτριών λείπει από τον οικιακό χώρο όταν καθαρίζει η εργαζόμενη. Ωστόσο, παρά τη μονιμότητα και τη σταθερότητα, δεν παρέχεται ασφάλιση για την εργασία τους, αλλά παρά τη μη παροχή επιδομάτων το ποσό της αμοιβής αποτιμάται ως ικανοποιητικό από το 53,3%, ενώ για το 71,1% παρέχει τα «χρήματα για μια καλύτερη ζωή».

«Οι εργαζόμενες αναπτύσσουν μια κοσμολογία που δομείται με όρους "σπιτιού". Στο πλαίσιο του "σπιτιού", οι γυναίκες ως σύζυγοι, μητέρες ή εργαζόμενες προσλαμβάνουν τη ζωή τους ως ένα διαρκές "παίδεμα", καταλήγοντας ωστόσο πάντοτε κυρίαρχες. Μέσα από τη νοηματοδότηση των εργοδοτριών ως γυναικών που βρίσκονται σε κατάσταση "ανάγκης", οι τελευταίες καθίστανται ελλειμματικές γυναικείες μορφές, χάνοντας την ιδιότητα της "νοικοκυράς", ενώ ταυτοχρόνως ο οικιακός χώρος τους εισέρχεται σε κατάσταση αταξίας. "Τακτοποιώντας" και "καθαρίζοντας" τον χώρο, οι εργαζόμενες διευθετούν την οικιακή αταξία, αναπληρώνουν το οικιακό έλλειμμα και εντέλει κυριαρχούν ως "νοικοκυρές" στο εργασιακό τους πεδίο», επισημαίνουν οι ερευνητές.

Ελληνίδες εργοδότριες

Ανάλογα με την ηλικία τους και τη συνάφεια με την ηλικία των εργαζομένων, οι εργοδότριες των Ελληνίδων οικιακών εργαζομένων διακρίνονται σε δύο ομάδες, διαμορφώνοντας αντίστοιχα διαφοροποιημένες σχέσεις με τις Ελληνίδες εργαζόμενες. Ετσι οι νέες εργοδότριες αποποιούνται εξαρχής την ιδιότητα της «νοικοκυράς» και αναθέτουν συχνά εξ ολοκλήρου την εποπτεία της καθαριότητας του οικιακού τους χώρου στην οικιακή εργαζόμενη ή στη μητέρα τους. Ωστόσο, διατηρούν την άποψή τους για ζητήματα «καθαριότητας» του χώρου τους, αναπτύσσουν μια ρητορική «υγιεινής» γύρω από αυτόν και καταλήγουν σε διαπιστώσεις ανεπαρκούς εργασίας των εργαζομένων τους. Από την πλευρά τους, οι ηλικιωμένες εργοδότριες είναι σε μεγαλύτερο βαθμό συμφιλιωμένες με τη βοήθεια που τους παρέχεται: όχι μόνο υπερασπίζονται την ιδιότητα της «νοικοκυράς», αλλά την επιβεβαιώνουν διαρκώς μέσα από την επίβλεψη των οικιακών τους εργαζομένων. Τελικά, η μακροχρόνια επιτυχής συνεργασία με τις ομοεθνείς εργαζόμενες καταλήγει στη διαμόρφωση κοινών αντιλήψεων γύρω από τα ζητήματα που συνθέτουν την επιτέλεση της οικιακής εργασίας. Το αποτέλεσμα είναι οι εργοδότριες να προσλαμβάνουν τις οικιακές εργαζόμενες ως απολύτως εναρμονισμένες και εντέλει ενσωματωμένες στον δικό τους τρόπο συσχέτισης με τον οικιακό χώρο.

Φιλιππινέζες εργαζόμενες

Ηδη από τη δεκαετία του 1980, οι Φιλιππινέζες έρχονται στην Ελλάδα ως εσωτερικές οικιακές εργαζόμενες, αρχικά σε οικιακούς χώρους ανώτερων κοινωνικο-οικονομικών στρωμάτων, αποτελώντας έτσι μια προέκταση του παλαιότερου θεσμού της «ψυχοκόρης». Την εποχή εκείνη η «Φιλιππινέζα» αποτελεί ένα «λεκτικό συμπαραδηλούμενο της υποτέλειας, της παθητικότητας, των ελίτ και του νεοπλουτισμού». Σταδιακά, από τη δεκαετία του 1990 και μετά, απασχολούνται σε οικιακούς χώρους μεσαίων στρωμάτων και, παράλληλα, μεταπηδούν στην εξωτερική οικιακή εργασία σε έναν ή περισσότερους εργοδότες, χωρίς να παρουσιάζουν άλλου τύπου εργασιακή κινητικότητα. Η μειωμένη κινητικότητα πιθανώς συνδέεται με το γεγονός ότι είναι στην πλειονότητά τους νόμιμες, σε αντίθεση με τα μέσα της δεκαετίας του '90, οπότε κορυφώνεται η παράνομη μετανάστευση.

Στους χώρους των ανώτερων στρωμάτων, όπου συχνά απασχολούνται περισσότερες οικιακές εργαζόμενες, οι Φιλιππινέζες αναλαμβάνουν καθήκοντα οικονόμου και νταντάς, ενώ στις «βαριές» και εξω-οικιακές εργασίες χρησιμοποιούνται άλλες εθνοτικές ομάδες, μετανάστριες από άλλες χώρες των Βαλκανίων και την Ανατολικής Ευρώπης. Αντίθετα, στους οικιακούς χώρους των μεσαίων στρωμάτων, η Φιλιππινέζα εργαζόμενη αναλαμβάνει το σύνολο των οικιακών καθηκόντων. Αν και συγκρινόμενες με άλλες χώρες, οι Φιλιππινέζες εργαζόμενες στη χώρα μας είναι μεγαλύτερες ηλικιακά, ξεχωρίζουν για το ιδιαίτερα υψηλό μορφωτικό επίπεδο μεταναστευτικού πληθυσμού και τα μηδαμινά ποσοστά αναλφαβητισμού: μία στις δέκα είναι κάτοχος πτυχίου, ενώ περισσότερες από μία στις τρεις έχουν λάβει μεταλυκειακές σπουδές. Η πλειονότητα (91,6%) διαμένει στον οικιακό χώρο της εργοδότριας, γεγονός που σύμφωνα με τους ερευνητές καταδεικνύει ότι δεν επενδύουν στη χώρα υποδοχής, παρά μόνο διατηρώντας καταθέσεις στις τράπεζες, ενώ η πλειονότητα επενδύει τα χρήματά της στην αγορά σπιτιού ή γης στις Φιλιππίνες. Γι' αυτές η οικιακή εργασία αποτελεί και μια αποπληρωμή του «οικογενειακού χρέους», καθώς το 96,5% στηρίζει οικονομικά τους δικούς της στην πατρίδα της, κι ας είναι μόνο οι μισές παντρεμένες και ας μην έχουν οι περισσότερες παιδιά. Κεντρικός άξονας στην κοινωνικότητά τους είναι η συγκρότηση θρησκευτικών ομάδων και ο εβδομαδιαίος εκκλησιασμός, διατηρούν άτυπα φιλικά-συγγενικά δίκτυα, ενώ ως αρωγός τους στην εδώ πορεία τους αναγνωρίζεται το σωματείο των Φιλιππινέζων εργαζομένων ΚΑΣΑΠΙ, με ενεργό παρουσία και αποτελεσματικότητα στην επίλυση θεμάτων νομιμότητας, εργασίας κ.ά.

Μεγάλη είναι η διάσταση απόψεων μεταξύ των Φιλιππινέζων εργαζομένων και των εργοδοτριών τους. Οι εργαζόμενες, στην αρχή της μεταναστευτικής τους εμπειρίας, αντιλαμβάνονται τη δουλειά τους στο πλαίσιο μιας τυπικής εργασιακής σχέσης, σύμφωνης με τους όρους του «συμβολαίου» που υπέγραψαν πριν ή μετά την είσοδό τους στη χώρα: συμφωνηθέντα καθήκοντα, ωράρια, αμοιβές. Η πραγματικότητα όμως της οικιακής εργασίας στην Ελλάδα, που ρυθμίζεται άτυπα, τις ξενίζει, θεωρείται υποτιμητική, προκαλεί ντροπή και αποφεύγεται, με αποτέλεσμα σταδιακά να επωμίζονται το σύνολο των οικιακών καθηκόντων χωρίς τις αντίστοιχες απολαβές, αν και έχουν κανονική ασφάλιση και περισσότερες από 7 στις 10 παίρνουν δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και, σε μικρότερο βαθμό, επίδομα αδείας το καλοκαίρι. Η αποστασιοποίησή τους από τις εργοδότριές τους και ο «σιωπηλός» και «αόρατος» τρόπος που επιτελούν τα ολοένα και περισσότερο αυξανόμενα καθήκοντά τους, τις καθιστούν ιδανικές οικιακές εργαζόμενες και μετατρέπουν τις εργοδότριές τους από παρούσες σε πλήρως απούσες «νοικοκυρές». Ενα ακόμη πρόβλημα συμπόρευσης με τα ελληνικά ήθη που εντοπίζουν οι ερευνητές είναι και ο κυρίαρχος τρόπος πρόσληψης της σχέσης στο οικιακό πεδίο που ορίζεται μέσω της συγγένειας: έτσι οι Φιλιππινέζες γυναίκες μετατρέπονται στις νέες «κόρες» των ελληνικών οικογενειών. Οι νέες «κόρες», ωστόσο, θυμίζουν περισσότερο τις παλαιές «νύφες», που υπηρετούσαν την πεθερά και εργάζονταν γι' αυτήν χωρίς ανταπόδοση. Το μοντέλο συγγένειας που κατασκευάζουν οι εργοδότριες ωστόσο, αποτελεί έναν ιδιότυπο μετασχηματισμό των σχημάτων συγγένειας στο εργασιακό πεδίο, διατηρεί έντονα χαρακτηριστικά ανισότητας και απουσίας αμοιβαιότητας έτσι ώστε συχνά, μερικά χρόνια αργότερα, καταλήγει στη λήξη της σχέσης. «Τελικά, η εργαζόμενη αποχωρεί ξαφνικά και "σιωπηλά", ακυρώνοντας με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο την εκδοχή της προέκτασης της "νοικοκυράς" ως "κόρης"». Με αυτό τον τρόπο, από αόρατες οι Φιλιππινέζες γυναίκες γίνονται όχι μόνο ορατές, αλλά σχεδόν απειλητικές και επικίνδυνες.

Αλβανίδες εργαζόμενες

Αν και λύση ανάγκης το πρώτο διάστημα της μετανάστευσής τους στην Ελλάδα, είναι η ζήτηση που έφερε τις Αλβανίδες στην έμμισθη οικιακή εργασία, ορμώμενες ωστόσο από δύο διαφορετικές αφετηρίες:

* Είτε συνδέθηκαν αποκλειστικά με έναν εργοδότη/τρια, κυρίως για τη φροντίδα ηλικιωμένων, γεγονός που απέφερε ένα μηνιαίο μισθό και σύντομα συνδυάστηκε με απογευματινή εργασία αλλού ή με τον καθαρισμό άλλων σπιτιών την ημέρα που είχαν ρεπό.

* Είτε ενεπλάκησαν με τη μη συστηματική οικιακή εργασία, πότε περιστασιακά παίρνοντας ένα ημερομίσθιο («γενική καθαριότητα» του σπιτιού σε περιόδους αλλαγής εποχής, γιορτών, ανακαίνισης, ασθένειας ή εγκυμοσύνης των εργοδοτριών) και πότε αποσπασματικά (όπως ο καθαρισμός μιας αποθήκης, το σιδέρωμα ρούχων κ.ά.) με διάρκεια λίγες ώρες και ανάλογα χρήματα.

Στο πέρασμα του χρόνου, ωστόσο, η συστηματική και σταθερή σύνδεση με συγκεκριμένα σπίτια για οριοθετημένα καθήκοντα που σχετίζονται με την καθαριότητα, συγκεκριμένες μέρες της εβδομάδας, για έξι περίπου ώρες και προκαθορισμένο ημερομίσθιο, είναι ο τύπος εργασίας που κυριαρχεί: οριοθέτηση, καταμερισμός και τυποποίηση, που φαίνεται να αποτελούν ξεκάθαρες εργασιακές στρατηγικές γι' αυτές. Αυτό το γεγονός έχει διάφορες συνέπειες: μετατρέπει την έμμισθη οικιακή εργασία σε ένα περισσότερο ανελαστικό μόρφωμα, αναδεικνύει τις εργαζόμενες σε επαγγελματίες, συντελεί στην περαιτέρω ενδυνάμωση της διαπραγματευτικής τους θέσης, επιτρέπει την εντατικοποίηση και μεγιστοποίηση του εργασιακού τους χρόνου, και άρα των εισοδημάτων τους μέσω της δυνατότητας να συνδυάζουν πρωινή εργασία (σπίτια) και απογευματινή (σιδέρωμα, σκάλες, μπέιμπι σίτινγκ, καθαριότητα σε καταστήματα, γυμναστήρια, καφενεία). Η ανάληψη των εργασιών αυτών δεν θεωρούν πως τις υποτιμά, αντίθετα τις αποτιμούν ως πολύ σημαντικές.

«Οι Αλβανίδες εργαζόμενες σε όλη αυτή τη δύσκολη μέσα στα χρόνια πορεία, φαίνεται να αποσοβούν την κεντρική γι' αυτές απειλή, που είναι η απώλεια του ελέγχου της εργασιακής διαδικασίας, του χρόνου και του σωματικού τους μόχθου», αναφέρουν οι ερευνητές. Σημαντικό είναι και ένα συμπερασματικό τους σχόλιο, για την αλληλεπίδραση μεταξύ εργαζομένων-εργοδοτών και εν τέλει της ίδιας της κοινωνίας: «Οι Αλβανίδες μετανάστριες συγκροτούν σταδιακά στρατηγικές οικιακής εργασίας, οι οποίες υπογραμμίζουν τόσο το σωματικό κόπο της οικιακής εργασίας όσο και τη μετάλλαξή της μέσα από τη μεγιστοποίηση της προσπάθειας και την αποταμίευση σε χρηματικό όφελος. Οι στρατηγικές αυτές ανασημασιοδοτούν με όρους καπιταλιστικής αγοράς μια κομμουνιστικογενή αντίληψη για την εργασία ως υπέρτατη κοινωνική αξία: έτσι όχι μόνο αντιστέκονται στην "προσωποποίηση" της εργασιακής σχέσης, αλλά επιπλέον συμβάλλουν στη διάκριση και αναγνώριση του στενά οικονομικού τους περιεχομένου ως "εργασίας". Σε αυτό το πλαίσιο, οι Αλβανίδες μετανάστριες, περισσότερο από τις άλλες δύο εθνοτικές κατηγορίες οικιακών εργαζομένων, αναδεικνύονται σε πρωταρχικούς φορείς ενός επαγγελματικού μοντέλου της οικιακής εργασίας, αντιστοίχου με αυτό που καταγράφεται σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που παραπέμπει στην ανάληψη από την εργαζόμενη πολλαπλών καθηκόντων μερικής απασχόλησης, σε μηνιαία, εβδομαδιαία ή ακόμη και ημερήσια βάση».


Το προφίλ της εργοδότριας

Συνήθως οι νέες εργοδότριες είναι εργαζόμενες οι ίδιες, παντρεμένες με παιδιά και απούσες: πολλές από αυτές δίνουν τα κλειδιά στις εργαζόμενες.

Οι μεγαλύτερες σε ηλικία εργοδότριες ή είναι συνταξιούχοι ή δεν είχαν εργαστεί ποτέ εκτός σπιτιού και επικαλούνται λόγους σωματικής αδυναμίας, η οποία επέρχεται με τα χρόνια για την εμπλοκή τους στην έμμισθη οικιακή εργασία. Οι νεότερες θέτουν το ζήτημα των πολλών ωρών εργασίας και το ότι αποστρέφονται τις δουλειές του σπιτιού.

Η απασχόληση των Αλβανίδων στον καθαρισμό του σπιτιού εβδομαδιαίως ή ανά δεκαπενθήμερο δεν απαλλάσσει τις εργοδότριες από «το βάρος της διπλής μέρας», ούτε μεταθέτει όλα τα οικιακά καθήκοντα από τα χέρια της Ελληνίδας «νοικοκυράς» στα χέρια της Αλβανίδας. Παρ' ότι αρχικά προβλημάτιζε τις εργοδότριες το ότι δεν είχαν στο παρελθόν εμπλακεί σε τέτοιου είδους εργασιακή σχέση, «δεν περίσσευαν τα χρήματα» και θεωρούσαν ότι ήταν υπόθεση γυναικών άλλης τάξης από τη δική τους, η αρχική αποσπασματική «δοκιμή» της εργαζόμενης τις έπεισε, καθώς και το γεγονός ότι οι Αλβανίδες μετανάστριες ενεπλάκησαν στην ελληνική πραγματικότητα και άρχισαν να συγχρωτίζονται με Ελληνίδες των μικροαστικών στρωμάτων. Οι εργοδότριες, αν και αφήνουν στις εργαζόμενες κυρίως τις «βαριές» δουλειές, γιατί θεωρούν ότι δεν απαιτούν ιδιαίτερες γνώσεις και προσοχή, παρ' όλα αυτά παραπονιούνται ότι ακόμη και αυτές οι εργαζόμενες δεν τις κάνουν καλά. Ετσι, οι εργοδότριες επιφορτίζονται το επιπλέον καθήκον της καθοδήγησης και επίβλεψής τους, ενώ εξακολουθούν να έχουν την ευθύνη για τη διεκπεραίωση των καθημερινών εργασιών, αλλά και των καθηκόντων που απαιτούν «λεπτοδουλειά», γιατί ως «νοικοκυρές» έχουν τη γνώση των ιδιαίτερων αναγκών και των μυστικών του σπιτιού τους. Οπως συμπεραίνουν οι ερευνητές, «η εργασία των Αλβανίδων μεταναστριών δεν απειλεί την ταυτότητα της Ελληνίδας "νοικοκυράς", στον βαθμό που η τελευταία εξακολουθεί να έχει τον πλήρη έλεγχο και την τελική ευθύνη του οικιακού της χώρου και των σχέσεων που διαμορφώνονται στο εσωτερικό του».


Κάθε φυλή και ο μόχθος της

Δεν αντανακλώνται μόνο οι διαφορετικές ταξικές διαστρωματώσεις ανάλογα με την εθνικότητα της οικιακής εργαζομένης, αλλά και οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των ίδιων των οικιακών εργαζομένων σε αυτή την έρευνα.

Τα βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν από τα ευρήματα κωδικοποιεί και αποτιμά για την «Ε» ο επιστημονικός υπεύθυνος του ερευνητικού εγχειρήματος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου Ευθύμιος Παπαταξιάρχης, ο οποίος ξεχωρίζει τρεις βασικές διαπιστώσεις:

* «Πρώτον, η ποσοτική μας έρευνα επιβεβαιώνει μια ισχυρή τάση εθνοπολιτισμικού καταμερισμού των έμμισθων οικιακών καθηκόντων. Οι μετανάστριες από τις Φιλιππίνες και την Αλβανία προνομιακά συνδέονται με τις ειδικότητες της "εσωτερικής οικιακής βοηθού" και της "οικιακής καθαρίστριας" αντίστοιχα. Ο τομέας της "εξωτερικής οικιακής βοηθού" συγκεντρώνει γυναίκες και από τις τρεις εθνοτικές ομάδες».

* «Δεύτερον, τα τελευταία δέκα χρόνια έχουμε την αυξανόμενη "επαγγελματοποίηση" της οικιακής εργασίας μέσα από την ανάδειξη ενός πλέγματος διακριτών, σαφώς οριοθετημένων και ελεγχόμενων από την ίδια την εργαζόμενη έμμισθων οικιακών καθηκόντων που αντιστοιχούν στην ιδιότητα της "οικιακής καθαρίστριας". Πρωταγωνίστριες σ' αυτόν τον, μετασχηματισμό είναι μετανάστριες από την Αλβανία και άλλες χώρες των Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης».

* «Τρίτον, η οικιακή εργασία των μεταναστριών εργαζομένων αποτελεί σημαντικό παράγοντα κοινωνικοπολιτισμικής αλλαγής. Οι πολλαπλές εκδοχές έμμισθης οικιακής εργασίας αναπαράγουν και διευρύνουν την πολλαπλότητα των οικιακών χώρων. Για παράδειγμα, η παρουσία της οικιακής εργαζομένης, Ελληνίδας ή μη, και οι συναφείς πρακτικές της οικιακής εργασίας μετασχηματίζουν τους έμφυλους οικιακούς ρόλους και τις αντίστοιχες ταυτότητες και κατ' επέκταση τον ίδιο τον οικιακό χώρο. Παράλληλα, η αναδυόμενη εθνοπολιτισμική διαφοροποίηση της οικιακής εργασίας σε διακριτούς τύπους εντείνει αλλά και χρωματίζει την κοινωνικοοικονομική διαφοροποίηση των οικιακών ομάδων σε μεγαλοαστικές, μεσοαστικές και μικροαστικές. Την εντείνει τόσο ώστε να μιλάμε για διακριτούς μικρόκοσμους, η διαφορετικότητα των οποίων συμπίπτει με την εθνοτική ταυτότητα των εργαζομένων που εμπλέκονται στη συγκρότησή τους. Από την άποψη αυτή, οι ποικίλοι κόσμοι της οικιακής εργασίας συνιστούν μια βασική όψη ενός πρωτόγνωρου φαινομένου, της πολιτισμικής πολλαπλότητας που χαρακτηρίζει τη σημερινή Ελλάδα των μεταναστών».

Ποια είναι τα συμπεράσματα που προκύπτουν για τις εργοδότριες των έμμισθων οικιακών εργαζομένων;

«Η σχέση των Ελληνίδων γυναικών με τον οικιακό χώρο και το "νοικοκυριό" ως προνομιακό πεδίο δραστηριοποίησης, κοινωνικότητας, έμφυλων ταυτοποιήσεων και άντλησης κοινωνικού κύρους έχει μελετηθεί διεξοδικά από ανθρωπολογική σκοπιά. Η μελέτη μάς επιβεβαιώνει το μεγάλο συμβολικό βάρος του "νοικοκυριού", ωστόσο παράλληλα δείχνει τις σημαντικές διαφοροποιήσεις που επισυμβαίνουν στους οικιακούς ρόλους των Ελληνίδων εργοδοτριών: την ποικιλία των εκδοχών της "νοικοκυράς" που συναρτάται με την ταξική/κοινωνικο-οικονομική θέση αλλά και τους μετασχηματισμούς που οφείλονται στην εξωοικιακή απασχόληση πολλών γυναικών. Επίσης δείχνει πως οι διαφορετικές εκδοχές της έμμισθης οικιακής εργασίας συμπαράγουν αυτήν την ποικιλία. Από τη μια πλευρά, συμβάλλουν στην αποκρυστάλλωση της "απούσας-παρούσας"μεγαλο/μεσοαστής εργοδότριας, που στην πράξη απέχει από τα οικιακά καθήκοντα, διατηρώντας ωστόσο την υψηλή εποπτεία της οικιακής εργαζομένης και κατ' επέκταση τον "τίτλο" της "νοικοκυράς", ενώ απ' την άλλη διαμορφώνουν τη νοικοκυρά που δεν απαλλάσσεται από το βάρος της "διπλής μέρας", αλλά μετακυλεί την καθαριότητα του Σαββατοκύριακου, δηλαδή ένα μέρος των οικιακών καθηκόντων, ολοκληρωτικά στην επαγγελματία "οικιακή καθαρίστρια"».

Πώς αποτιμάτε την επίδραση των οικιακών εργαζομένων;

«Από τη μια πλευρά η εργασία των Φιλιππινέζων εσωτερικών οικιακών βοηθών αποτελεί ένα εύπλαστο περιεχόμενο που προσαρμόζεται συσχετικά στο άκαμπτο και ιδιοσυγκρασιακό σχήμα του μεγαλοαστικού "νοικοκυριού", αναπαράγοντας έτσι την οικιακή ομάδα μιας αυταπασχολούμενης, υψηλού μορφωτικού επιπέδου, "απούσας-παρούσας" εργοδότριας. Από την άλλη πλευρά, η εργασία της Αλβανίδας οικιακής καθαρίστριας συνιστά ένα ανελαστικό τυποποιημένο μόρφωμα, που κατ' αρχήν προσκρούει στο λιγότερο άκαμπτο και εξίσου ιδιοσυγκρασιακό σχήμα του "μικροαστικού" νοικοκυριού. Η ανατάραξη που συνοδεύει την πρόσκρουση έχει δομικές επιπτώσεις μέσα από τις οποίες προκύπτει μια νέα οικιακή ισορροπία. Βαθαίνει μια διαφοροποίηση που ήδη επέρχεται λόγω της εξωοικιακής εργασίας των εργοδοτριών και παράγει ένα περισσότερο εσωτερικά διαφοροποιημένο -γύρω από τον άξονα "καθαριότητα/τακτοποίηση"- και λειτουργικά διαστρωματωμένο μικροαστικό "νοικοκυριό". Αυτός είναι και ο όρος αναπαραγωγής της οικιακής ομάδας για μια μισθωτή πλήρους απασχόλησης εργοδότρια.

Οπως δείχνουν πλέον κάποιες μελέτες, οι μετανάστριες από την Αλβανία είναι φορείς μιας αρκετά έντονης εξομοιωτικής διάθεσης, δηλαδή εκφράζουν μια αυξημένη ετοιμότητα να απομακρυνθούν από τους οικείους τρόπους της χώρας καταγωγής, όπως αυτοί διαμορφώνονται μετά την πτώση του σοσιαλιστικού καθεστώτος, και να ενστερνιστούν αξίες και πρότυπα του "δυτικού τρόπου ζωής". Αυτές, λοιπόν, που φαίνεται ότι θέλουν να "μας" μοιάσουν, είναι αυτές που κατ' εξοχήν "μας" αλλάζουν. Μας αλλάζουν ακριβώς επειδή θέλουν να μας μοιάσουν: ο υποτιθέμενος εξομοιωτικός τους προσανατολισμός δεν είναι παρά μια ισχυρή αναφορά στην ελληνική κοινωνία, μια συστηματική εμπλοκή, γεμάτη αντιφάσεις που στοχεύει στην υπέρβαση της υπαγωγής και την ισότιμη συμμετοχή στη σύγχρονη καπιταλιστική πραγματικότητα.

Η υψηλή συμμετοχικότητα που δείχνουν οι Αλβανίδες μετανάστριες είναι λοιπόν μια πιο σύνθετη διαδικασία απ' ό,τι ίσως νομίζουμε, μια διαδικασία που πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο των πολύπλοκων και συχνά αντιφατικών πολιτισμικών ωσμώσεων ανάμεσα στις μετανάστριες και την κοινωνία εγκατάστασης. Από την πλευρά των πρώτων, συνιστά την ενεργητική οικείωση των "ξένων" πολιτισμικών σχημάτων, όπως το "νοικοκυριό" των εργοδοτριών τους, στα οποία εμπλέκονται και τα οποία ταυτόχρονα αναπαράγονται και μετασχηματίζονται, καθώς ανασημασιοδοτούνται εντασσόμενα στο νοητικό ορίζοντα και στο πεδίο δράσης των μεταναστριών. Αυτή είναι και μια βασική διάσταση της προσφοράς τους».

Πώς διαμορφώνουν τις εργασιακές τους σχέσεις και τι μας αποκαλύπτει αυτό για τα εργασιακά τους δικαιώματα;

«Ας πάρουμε για παράδειγμα την περίπτωση των "οικιακών καθαριστριών". Η ενίσχυση της εργασιακής θέσης τους αφορά ατομικές διαδικασίες διεκδίκησης στο εσωτερικό του οικιακού χώρου: σχετίζεται με την απομάκρυνσή τους από τη σύνδεση με ένα σπίτι, με τη σταδιακή επίτευξη της επαγγελματοποίησης της εργασίας μέσα από τη σαφή οριοθέτηση των καθηκόντων και των ωραρίων, με την προβολή των υψηλών εργασιακών τους ικανοτήτων. Αυτό που υποκαθιστά την οργανωμένη συλλογική δράση, π.χ. ένταξη στο "Σωματείο Οικιακών Βοηθών και Καθαριστών", είναι η συνεχής άτυπη επικοινωνία με κυρίως ομοεθνείς γυναίκες που κάνουν την ίδια δουλειά τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες της Ευρώπης και της Β. Αμερικής, και που τους δίνει τη δυνατότητα να ενημερώνονται για τις αλλαγές και τις βελτιώσεις στις συνθήκες εργασίας και να τις διεκδικούν σταδιακά και οι ίδιες. Από την άλλη, στην πλειονότητά τους δεν είναι ασφαλισμένες. Αρχικά αυτό προέκυπτε από την έλλειψη αδειών παραμονής και εργασίας. Πλέον συνδέεται με την οικογενειακού τύπου μετανάστευση και με τη στρατηγική ασφάλισης μόνο ενός μέλους της οικιακής ομάδας, με την αποφυγή μείωσης των εισοδημάτων. Οι ανύπαντρες ή διαζευγμένες γυναίκες προχωρούν σε αυτασφάλιση ως καθαρίστριες στο ΙΚΑ, για να έχουν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ένσημα για την ανανέωση των αδειών παραμονής αλλά και πιθανότητα σύνταξης».


Το άρθρο το βρήκαμε στις 3.3.10 στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, γραμμένο αό την Ιωάννα Σωτήρχου στην http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=06/03/2010&id=138552
Η φωτογραφία είναι πίνακας με τίτλο: The washerwomin, του Jean Simeon Chardin στα 1733.