25 Νοε 2008

Νομοσχέδιο κατά των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Νομοσχέδιο κατά των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Ο υπουργός δικαιοσύνης κ. Χατζηγάκης στην εισαγωγή του νομοσχεδίου είπε: «η αξία του θρησκευτικού γάμου είναι και παραμένει μεγάλη και ασύγκριτη» και συμπλήρωσε ότι δεν έπρεπε να προχωρήσουν και στα ζευγάρια του ίδιου φύλου. Διότι, δεν πιστεύουν ότι σήμερα οι απαιτήσεις και οι ανάγκες της Ελληνικής κοινωνίας είναι αυτές

Το ΠΑΣΟΚ δήλωσε ότι η ελληνική κοινωνία δεν θα έπρεπε να αντέχει τις κοινωνικές περιθωριοποιήσεις και τις επιπτώσεις που έχουν αυτές στον κοινωνικό μας ιστό. Το Σύμφωνο Ελεύθερης Συμβίωσης περιορίζεται ρητά στα ζευγάρια ετερόφυλων, χωρίς να παρέχεται κανένας λόγος στην αιτιολογική έκθεση, γιατί αποκλείονται τα πρόσωπα ιδίου φύλου. Αυτό που δεν υπάρχει και είναι αναγκαίο, είναι η νομική αναγνώριση συμβίωσης ατόμων του ιδίου φύλου, είναι αναγκαία η ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου και με το Κράτος, να σταματήσουν οι διακρίσεις εναντίον τους, να κατοχυρωθούν τα δικαιώματά τους, ανεξάρτητα από το σεξουαλικό προσανατολισμό του υποκειμένου.
Κατέθεσε το δικό του Σύμφωνο Συμβίωσης που είναι μια αξιοπρεπέστερη πρόταση.

Το ΚΚΕ είπε ότι οι ΛεΠΑΤ δεν εντάσσονται ταξικά κι άρα δεν μπορούν να πάρουν θέση, ο θεσμός του γάμου προέκυψε από την ανάγκη της προστασίας των παιδιών και της γυναίκας και της εξασφάλισης της αναπαραγωγής και της διαιώνισης του είδους και συμπλήρωσε ότι υπάρχει η μόδα να μιλάμε για τα δικαιώματα των ζώων και για δικαιώματα μειονοτήτων. Γιατί να μιλάμε μόνο για ζευγάρια και όχι για τρίο, κουαρτέτο, κουιντέτο, σεξτέτο, οκτέτο κ.λπ. Έκλεισε λέγοντας ότι στη συζήτηση θα δηλώσει παρόν, μην έχοντας ξεχωρίσει ακόμη σήμερα την διαφορά μεταξύ σεξουαλικού προσανατολισμού και σεξουαλικής έκφρασης.

Το ΛΑΟΣ συμπλήρωσε το ΚΚΕ προσθέτοντας στην επιχειρηματολογία της άρνησης τις κατσίκες, την παιδοφιλία και την κτηνοβασία.

Αναρωτιώμαστε η κατσίκα-τράγος, το πρόβατο ενίοτε και οι κότες-κοκόρια ρωτιούνται; Δηλαδή υπάρχει συναίνεση μεταξύ κτηνοβάτη και ζώου; Επειδή μεταξύ ΛεΠΑΤ υπάρχει.
Σε ποια έρευνα και ποια επιστήμη στηρίζονται η ΝΔ, το ΚΚΕ και το ΛΑΟΣ;

Ο ΣΥΡΙΖΑ καταϊδρωμένος κοίταξε να καλύψει την πολιτική απάτη του καλοκαιριού που μας πέρασε, όταν δήλωνε πως δεν είπε ποτέ ότι θα κάνει πολιτικό γάμο σε ζευγάρια του ίδιου φύλου και στήριξε τώρα πια το Σύμφωνο Συμβίωσης στη Βουλή. Τρελή επανάσταση!!!

Η άγνοια, ο ετερο-σεξισμός και η ομοερωτοφοβία στο μεγαλείο τες σε αυτό το νομοσχέδιο.

Στη Γαλλία το PACS ψηφίστηκε το 1999 ονομάσθηκε Κοινωνικό Σύμφωνο Αλληλεγγύης και άλλαξε θετικά την κοινή γνώμη για τη ΛεΠΑΤ κοινότητα.
Η εξεταστική επιτροπή που είχε προτείνει η ΕΕΔΑ στο Υπουργείο Δικαιοσύνης δεν έγινε ή κι αν έγινε δεν είδαμε το πόρισμα που έβγαλε για το Σύμφωνο Συμβίωσης. Γνωρίζουμε όμως την θετική γνώμη της ΕΕΔΑ από το Δεκέμβρη 2004.
Το ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα δικαιώματα του ανθρώπου υποστήριξε: «το δίκαιο ιδρύθηκε για να εξυπηρετεί τις υπαρκτές κοινωνικές ανάγκες».
Το νομοσχέδιο δεν συμβαδίζει με την παρουσιαζόμενη ως κυρίαρχη ηθική αλλά παρόλα αυτά δεν συμπεριλαμβάνει τις-τους ΛεΠΑΤ.
Οι ΛεΠΑΤ αξιολογούμε διαφορετικά τις κοινωνικές ανάγκες επειδή εμείς βιώνουμε τις διακρίσεις.
Τα ευρωπαϊκά δικαστήρια είναι πάντα εκεί και μας περιμένουν.

Οι λεσβίες βουλευτίνες και γκέι βουλευτές τις μέρες της συζήτησης και της ψήφισης του ανάρμοστου νομοσχεδίου είχαν πάει βόλτα δίπλα στο κήπο του Ζαπείου μαζί με υπόλοιπα είδη του. Όρα: πάπιες.
Το άρθρο γράφτηκε από την Ευαγγελία Βλάμη στις 9.11.08 και δημοσιεύτηκε στην ΛεΠΑΤ εφημερίδα city uncovered.

Ίσα δικαιώματα

Ίσα δικαιώματα για λεσβίες και γκέι στην Ελλάδα

Αξιότιμε Κύριε Πρέσβη,

πρόσφατα στο ελληνικό Κοινοβούλιο συζητήθηκε το νομοσχέδιο για την τροποποίηση του οικογενειακού δικαίου και την εισαγωγή του καταχωρημένου συμφώνου συμβίωσης στην Ελλάδα. Δυστυχώς, η κυβέρνηση στο νομοσχέδιο προβλέπει μόνο για τις σχέσεις των ετεροφυλόφιλων ζευγαριών, και αποκλείει τα ζευγάρια του ιδίου φύλου.
Αυτό είναι κατά την άποψή μας μια απαράδεκτη διάκριση εις βάρος των λεσβίων και γκέι, ανάξια για μια σύγχρονη, δημοκρατική κοινωνία.
Ελληνίδες μετανάστριες και έλληνες μετανάστες που ζουν στη Γερμανία και έχουν εδώ συνάψει Σύμφωνο Συμβίωσης σημαίνει ότι με αυτό το νομοσχέδιο στην Ελλάδα χάνουν δικαιώματα που τώρα έχουν στη Γερμανία.
Ως εκ τούτου αντιμετωπίζονται στη χώρα τους ως πολίτισες και πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Εμείς νομίζουμε ότι η νοοτροπία αυτή είναι απλώς ανάξια για την χώρα καταγωγής της Δημοκρατίας!
Το νομοσχέδιο της ελληνικής κυβέρνησης βρίσκεται σε απόλυτη αντίθεση με τις ευρωπαϊκές αξίες περί ισότητας και της ίσης μεταχείρησης.
Αντίκειται επίσης στο πνεύμα της ευρωπαϊκής πολιτικής κατά των διακρίσεων, η οποία συμπεριλαμβάνει την προστασία των λεσβίων και γκέι από άνιση μεταχείριση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια κοινότητα αξιών μέσα στις οποίες η ανθρωπινή απαξίωση δεν εμφανίζετε ως ένα απλό αβλαβές αδίκημα. Ιδιαίτερα το Κράτος εδώ θα πρέπει να προχωρήσει με καλό παράδειγμα.
Ο ΕΡΜΗΣ, η ελληνική λεσβιακή-γκέι κοινότητα στη Γερμανία και το LSVD θεωρεί την πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης απαράδεκτη.
Η ελληνική νομοθεσία προβλέπει για τα ομόφυλα ζευγάρια να εξακολουθούν να είναι χωρίς δικαιώματα μολονότι όλο και περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ προσφέρουν νομικούς θεσμούς καταχωρημένης σχέσης ελεύθερης συμβίωσης ή και το άνοιγμα του γάμου στα ομόφυλα ζευγάρια.
Θεωρούμε πως η αγάπη αξίζει σεβασμό!
Σε αυτό συμπεριλαμβάνετε ιδιαιτέρως και της αναγνωρίσεως από το Κράτος. Δεν θα έπρεπε να επιτρέπετε τα ομόφυλα ζευγάρια να βρίσκονται σε νομικό κενό.
Αυτό αντικρούει στο πνεύμα του Ελληνικού Συντάγματος, το οποίο προβλέπει την ισότητα των πολιτών ενώπιον του νόμου.
Ο ΕΡΜΗΣ και ο LSVD απαιτούν από την ελληνική κυβέρνηση να σεβαστούν τις αρχές της ισότητας και των ίσων δικαιωμάτων και να λάβουν τα ομόφυλα ζευγάρια τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις όπως και τα ετεροφυλόφιλα ζευγάρια.
Οτιδήποτε άλλο είναι ασυμβίβαστο με τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Με φιλικούς χαιρετισμούς
Manfred Bruns


Η επιστολή διαμαρτυρίας στάλθηκε στις 8. 11.2008 από τον ΕΡΜΗ και το LSVD στην ελληνική πρεσβεία του Βερολίνου-Γερμανία και ειδικότερα στον έλληνα πρέσβη. Ευχαριστούμε τον ΕΡΜΗ, το LSVD για την επιστολή αυτή και τον Κυριάκο για την μετάφραση. Ευαγγελία Βλάμη

21 Νοε 2008

ΛεΠΑΤ γάμοι και πλήρη δικαιώματα στο Νεπάλ

Πλήρη δικαιώματα σε ΛεΠΑΤ του Νεπάλ.

Το ανώτατο δικαστήριο του Νεπάλ εξέδωσε επίσημη δικαστική απόφαση για τα πλήρη δικαιώματα των λεσβιών, γκέι, αμφισεξουαλικών, transgender και intersexual πολιτισών.
Η τελική απόφαση συζητήθηκε σήμερα 17.11.2008
«Επαναλαμβάνουμε πως όλες οι LGBTIs έχουν ορισθεί ως «κανονικές» και η δήλωση της σωματικής προέλευσης, ο σεξουαλικός προσανατολισμός καθώς και η ταυτότητα του κοινωνικού φύλου είναι όλα μέρος της διαδικασίας της φυσικής ανάπτυξης. Για αυτό το λόγο-συνεπώς τα ίσα δικαιώματα, η ταυτότητα και η δήλωση-έκφραση πρέπει να είναι εγγυημένα ανεξαρτήτως φύλου.

Περαιτέρω, το δικαστήριο μελέτησε έρευνες σε χώρες οι οποίες έχουν εφαρμόσει πολιτικό γάμο του ίδιου φύλου και διέταξε το νομοθετικό σώμα να παρουσιάσει άμεσα ένα νόμο ισότιμο του γάμου ο οποίος αναμένεται να γίνει αποδεκτός.

Το νέο το βρήκαμε στο Pink News και το μεταφράσαμε. Στην Ελλάδα άλλα λόγια να αγαπιόμαστε από τον υπουργό δικαιοσύνης ως και το νομοθετικό σώμα. Με τις υγείες μας. Ευαγγελία Βλάμη

17 Νοε 2008

Eκκλησία - Πολιτεία

Eκκλησία - Πολιτεία: καθαρές σχέσεις τώρα

Ο κύβος ερρίφθη. H πρόταση νόμου για τη ρύθμιση σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας κατατέθηκε στη Βουλή και μέχρι την άνοιξη προβλέπεται να συζητηθεί. H πρωτοβουλία της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη τάραξε τα νερά, έμπρακτο παράδειγμα ουσιαστικής παρέμβασης της κοινωνίας των πολιτών. Όχι με τον παραδοσιακό καταγγελτικό και συχνά μεμψίμοιρο λόγο των αυτοαποκλειόμενων μειοψηφιών, αλλά με μια σοβαρή πρόταση, έτοιμη για συζήτηση. Τραβάει έτσι η Ένωση το χαλί κάτω από τα πόδια όλων όσοι οχυρώνονται πίσω από ρόλους και διαδικασίες εμποδίζοντας την επίλυση χρόνιων θεσμικών εκκρεμοτήτων στη χώρα μας.
Πρώτο θύμα της πρότασης, η διγλωσσία βουλευτών των κομμάτων (λαμπρή ιδέα για επίδοξους τηλεδικαστές και τηλεδήμιους: μια κρυφή κάμερα που αποκαλύπτει τον αριβισμό, την ευθυνοφοβία και την εκ του πονηρού επίκληση της συγκυρίας). Δεν πάει άλλο με την Εκκλησία, εξομολογούνται στους διαδρόμους. Δεν είναι ώρα για τέτοια, ο λαός έχει άλλα προβλήματα, δηλώνουν μετά στα κανάλια, ωσάν να περιμένουν την επίλυση οικονομικού και Ασφαλιστικού, ώστε απερίσπαστοι μετά να επιδοθούν στον θεσμικό εκσυγχρονισμό και την προστασία των δικαιωμάτων μας. H εικόνα συμπληρώνεται με τη διγλωσσία παραγόντων της Εκκλησίας: αναγνωρίζουν πως πρέπει να ξεκαθαρίσουν οι σχέσεις με το κράτος, διαφωνούν με τις μισαλλόδοξες κορόνες Αρχιεπισκόπου κατά γραικύλων, αλλά τελικά τον ακολουθούν.
Ο A. Καλοκαιρινός στο εξαιρετικό άρθρο του («TA NEA», 9/12/2005) γράφει: «Το ζήτημα αναπόφευκτα φέρνει στην επιφάνεια τη διάκριση ανάμεσα σε προοδευτικούς και συντηρητικούς πολίτες και πολιτικούς». Σωστή η παρατήρηση. Το θέμα όμως είναι τους επόμενους μήνες να πάμε πέρα από αυτό. H λογική επιβάλλει να μη συρθούμε στη διχαστική στοίχιση την οποία και πάλι θα επιδιώξει η ηγεσία της ιεραρχίας. Να μην υποκύψουμε στην τηλεοπτική εμπορευματοποίηση του θέματος που θα γεννήσει ντέρμπι μεταξύ έξαλλων ιερωμένων και εξίσου έξαλλων εκσυγχρονιστών. Στόχος είναι η νίκη του αυτονόητου, γιατί σε θέματα θεμελιωδών δικαιωμάτων προοδευτικό για εμάς είναι το αυτονόητο. H υποστήριξή του πρέπει να διαπεράσει οριζόντια όλους τους πολιτικούς χώρους. Μέχρι στιγμής αυτό μοιάζει εφικτό. H αδυναμία των κομμάτων να αρθούν πάνω από τη συγκυρία και να υιοθετήσουν πλήρως την πρόταση αφήνει το περιθώριο. Ο πυρήνας του νομοσχεδίου, τα δικαιώματα πέραν κάθε διαπραγμάτευσης, προσφέρει το πεδίο για μια τέτοια συσπείρωση. Ενδεικτικό παράδειγμα η καύση των νεκρών. Σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο, θα πρέπει να αποφανθούμε με δημοψήφισμα για το εάν ένας συμπολίτης μας έχει το δικαίωμα να αποτεφρωθεί στον τόπο του ή θα πρέπει να ταξιδεύει μετά θάνατον στη Βουλγαρία! Απέναντι σε μια τέτοια προκλητική απόπειρα επιβολής της πλειοψηφίας επί της μειοψηφίας απαιτείται καθαρή τοποθέτηση από όλους. H επίκληση του πολιτικού κόστους και οι υπεκφυγές περιττεύουν.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημαρίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 12 Δεκεμβρίου 2005 και γράφτηκε από τον Κωστή Παπαϊωάννου που είναι τέως πρόεδρος του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας και νυν πρόεδρος της ΕΕΔΑ Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Πραγματικό κουσούρι είναι ο ρατσισμός

ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΚΟΥΣΟΥΡΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ

Την Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2004, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών δήλωσε από άμβωνος ότι η ομοφυλοφυλία είναι «κράζουσα αμαρτία» και «κουσούρι», ενώ υπεραμύνθηκε του «δικαιώματος» εκπροσώπων πολιτικών θεσμών να εκφέρουν δημόσια αντίστοιχες απαξιωτικές απόψεις για μια κοινωνική κατηγορία ευρωπαίων πολιτών. Η Ένωση δεν αμφισβητεί το δικαίωμα των εκπροσώπων θρησκευτικών κοινοτήτων να ορίζουν, με μέτρο τα δικά τους δογματικά κριτήρια, ποιές συμπεριφορές των μελών τους θεωρούν ηθικά καταδικαστέες. Ενδεχόμενες προσωπικές εκτροπές στο δημόσιο λόγο υπόκεινται, εν τέλει, σε δημόσια κριτική, κατά πολύ αποτελεσματικότερη από την κίνηση κατασταλτικών διατάξεων και μηχανισμών.

Ωστόσο, καθ’ όσον η συγκεκριμένη θρησκευτική κοινότητα αποτελεί ταυτόχρονα πολιτειακό μόρφωμα, οι εκπρόσωποί της τυγχάνουν ανώτατοι κρατικοί αξιωματούχοι και το πεδίο της παρέμβασης είναι η δημόσια πολιτική συζήτηση, ο ρατσιστικός λόγος προσλαμβάνει θεσμικές διαστάσεις. Ως τέτοιος, είναι καταφανώς ανεπίτρεπτος και ενθαρρύνει αντί, όπως θα όφειλε, να αποτρέπει διακρίσεις και ρατσιστικές πρακτικές, οπότε παύει να καλύπτεται από το προστατευτικό θεσμικό πλαίσιο της ελευθερίας λόγου και πεποιθήσεων. Όποιος θεωρεί εαυτόν ελεύθερο να προβαίνει σε τέτοια κηρύγματα ως θρησκευτικός ηγέτης με αυτόκλητη πολιτική αποστολή, απαλλάσσει τους επικριτές του από το βάρος της απόδειξης του θεσμικού ρατσισμού του.

Έτσι, το επίμαχο περιστατικό επαναφέρει στην επικαιρότητα τα ζητήματα που απορρέουν από το ισχύον αναχρονιστικό καθεστώς σχέσεων μεταξύ κράτους και εκκλησίας. Το καθεστώς αυτό προκαλεί σειρά προβλημάτων όχι μόνο στις λοιπές θρησκευτικές κοινότητες και στα μέλη τους, αλλά επί πλέον και στην ίδια την Εκκλησία της Ελλάδος, την οποία πρωτίστως θα συνέφερε το ν’ απεμπλακεί από τα βάρη που συνεπάγεται, ακόμη και για τη γνήσια και ανεμπόδιστη έκφραση των ανωτέρω και άλλων ανάλογων απόψεών της, η πρόσδεσή της με το κράτος. Μέχρι, πάντως, να συντελεσθεί η επιθυμητή απεμπλοκή, θα ανέμενε κανείς από τον προκαθήμενο ενός νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου να ελέγχει τη ρύμη του δημόσιου λόγου του, ώστε να μη δημιουργείται η εντύπωση ότι η εφαρμογή των νόμων εξαρτάται από το δικό του κριτήριο της αμαρτίας.

Για το διοικητικό συμβούλιο της Ένωσης,
ο πρόεδρος Δημήτρης Χριστόπουλος
ο γενικός γραμματέας Γιάννης Κτιστάκις

Το διοικητικό συμβούλιο της ΕΕΔΑ εξέδωσε την παραπάνω ανακοίνωση στις 5 Νοεμβρίου 2004 και ήταν το μόνο που αντέδρασε. Άλλες ενώσεις και κόμματα εντός και εκτός βουλής, έκαναν πως δεν άκουσαν. Επειδή αυτή η ιστορία συνεχίζεται και έρχεται στην επικαιρότητα κάθε φορά που γίνεται λόγος για τα δικαιώματά μας, θεωρήσαμε καλό να υπενθυμίσουμε τα λόγια του πρώην Αρχιεπισκόπου που με παρόμοιο τρόπο εκφράστηκε προ καιρού ο της Θεσσαλονίκης Άνθιμος και ακολούθησε πρόσφατα ο Πειραιώς Σεραφείμ. Ο τελευταίος έφτασε μετά από όσα μισαλόδοξα είπε, να ασκήσει και ποινική δίωξη. Ο λεσβιασμός δεν υπάρχει, για άλλη μια φορά ο σεξισμός στο μεγαλείο του. Οι τονισμοί είναι δικοί μας. Ευαγγελία Βλάμη

16 Νοε 2008

Ο γάμος δεν αποτελεί προσβολή

"Ο γάμος λεσβιών και γκέι δεν αποτελεί προσβολή. Προσβολή αποτελεί η ποινικοποίησή του"

Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου εκφράζει την αποδοκιμασία της για το ενδεχόμενο της ποινικής δίωξης κατά του Δημάρχου της Τήλου κατόπιν της εγκυκλίου του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ακόμη και εάν ουδείς μπορεί με σιγουριά να βεβαιώσει τον έγκυρο χαρακτήρα της, ο δήμαρχος Τήλου πράξη αξιόποινη δεν έκανε. Με αφορμή την υπόθεση αυτή, για μαι ακόμη φορά, ο Εισαγγελέας Αρείου Πάγου δίνει δείγματα μιας ανορθόδοξης αντίληψης του πολιτειακού του ρόλου.

Τη στιγμή που ο ευρωπαϊκός νομικός πολιτισμός προοδευτικά θεσμοθετεί και θωρακίζει την ένωση προσώπων αδιακρίτως φύλου, εθνοτικής καταγωγής ή άλλου διακριτού ανθρώπινου χαρακτηριστικού, κάποιοι επιθυμούν να σύρουν αυτή τη χώρα στο σκοταδισμό της χοντροκομμένης επιβολής ενός αυθαίρετου ηθικισμού και ποινικοποίησης της ανθρώπινης ελευθερίας που δεν προσβάλλει διακαιώματα άλλων. Αντιθέτως αν κάποιος προσβάλλει βάναυσα σήμερα τα δικαιώματα συμπολιτισών-ων και συνανθρώπων μας και την αξιοπρέπειά τους, είναι δηλώσεις από κατ' ευφημισμόν "πνευματικούς πατέρες" περί πορνείας και κτηνοβασίας, ανάλογα με του καθενός τις παραστάσεις περί της ανθρώπινης φύσης και κοινωνικής ζωής.

Για μια ακόμη φορά, η ελληνική πολιτεία καλείται να διαλέξει στρατόπεδο. Εάν είχε συμπεριλάβει τη δυνατότητα λεσβιακών και γκέι ζευγαριών να συνάψουν το σύμφωνο συμβίωσης, ενδεχομένως η παρούσα κατάσταση να είχε αποφευχθεί.


Το διοικητικό συμβούλιο της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου εξέδωσε την παραπάνω ανακοίνωση την 7η Ιουνίου 2008
Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου
Βαλαωρίτου 12 ΤΚ 10671 Αθήνα
E -mail:hlhr@hlhr.gr, www.hlhr.gr

9 Νοε 2008

Προστασiα Δικαιωµάτων

Προστασiα των Δικαιωµάτων


Άρθρο 14. Απαγόρευση τωv διακρίσεων.
Η χρήσις τωv αvαγvωριζoµέvωv εv τη παρoύση Συµβάσει δικαιωµάτωv και ελευθεριώv δέov vα εξασφαλισθή ασχέτως διακρίσεως φύλoυ, φυλής, χρώµατoς, σεξουαλικού προσανατολισμού, γλώσσης, θρησκείας, πoλιτικώv ή άλλωv πεπoιθήσεωv, εθvικής ή κoιvωvικής πρoελεύσεως, συµµετoχής εις εθvικήv µειovότητα, περιoυσίας, γεvvήσεως ή άλλης καταστάσεως
'Αρθρo 8. Δικαίωµα σεβασµoύ της ιδιωτικής και oικoγεvειακής ζωής.
Παv πρόσωπov δικαιoύται εις τov σεβασµόv της ιδιωτικής και oικoγεvειακής ζωής τoυ, της κατoικίας τoυ και της αλληλoγραφίας τoυ.

Το πρωτόκολλο υπ’ αριθ. 6

Άρθρο 3. Απαγόρευση παρεκκλίσεων
Καµία παρέκκλιση από τις διατάξεις του παρόντος Πρωτοκόλλου, µε βάση το άρθρο 15 της Σύµβασης, δεν είναι επιτρεπτή.

Τα δύο άρθρα είναι από την Σύµβαση για την Προστασiα των Δικαιωµάτων του Ανθρώπου και των Θεµελιωδών Ελευθεριών που για άλλη μια φορά στις 4.6.1996 η Ελλάδα κύρωσε τη Σύµβαση και τα Πρωτόκoλλα αλλά αρνείται να τα εφαρμόσει.

Η εκάστοτε κυβέρνηση οφείλει να παρέχει ίσα δικαιώματα σε όλες. Τα δε κόμματα μέσα ή έξω από την Βουλή έργο έχουν να πιέζουν την κυβέρνηση, ώστε να την αναγκάσουν να κάνει πράξη την ισονομία όπως πρόσφατα έκανε το κόμμα «Φιλελεύθερη Συμμαχία» που άσκησε ποινική δίωξη για το νομοσχέδιο του συμφώνου συμβίωσης. Αποκαλούμενο και σύμφωνο ντροπής-διάκρισης, που τολμά να μην συμπεριλαμβάνει τα λεσβιακά, γκέι ζευγάρια και όλους τους συνδυασμούς που μπορεί να προκύψουν.
Ας μην ξεχνάμε πως και εμείς ως φυσικά πρόσωπα έχουμε την δυνατότητα να επικαλούμαστε τα δικαιώματά μας κάθε φορά που είναι απαραίτητο και βεβαίως προχωράμε σε δίκες όταν αυτά απαξιώνονται.
Μερικές από εμάς είμαστε υπερήφανες για το πόσο έχουμε προχωρήσει και έχουμε πίστη στο ότι μπορούμε να πετύχουμε ακόμη περισσότερα.
Αν γίνουμε περισσότερες θα νικήσουμε πιο γρήγορα.


Το άρθρο γράφτηκε από την Ευαγγελία Βλάμη στις 23.10.08 και δημοσιεύτηκε στην ΛεΠΑΤ εφημερίδα city uncovered.

2 Νοε 2008

Απόφαση του δικαστηρίου της Ε.Ε Α'

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
(πρώτο τμήμα)
της 27ης Νοεμβρίου 2007 (*)


Η απόφαση λόγω του μεγέθους της χωρίστηκε σε πέντε συνολικά αναρτήσεις, βρίσκεστε στο Α' μέρος.

«Δημόσια διοίκηση – Υπάλληλοι – Κοινωνική ασφάλιση – Σύστημα υγειονομικής ασφάλισης – Σχέση συμβίωσης – Άρθρο 72 του ΚΥΚ – Άρθρο 1 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ – Άρθρο 12 της ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση κατά των κινδύνων ασθενείας»
Στην υπόθεση F 122/06, με αντικείμενο προσφυγή που ασκήθηκε δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 ΕΑ,

Anton Pieter Roodhuijzen, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Λουξεμβούργου, εκπροσωπούμενος από τον É. Boigelot, avocat, προσφεύγων, κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους J. Currall και D. Martin, καθής,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (πρώτο τμήμα),συγκείμενο από τους H. Kreppel, πρόεδρο, Χ. Ταγαρά (εισηγητή) και S. Gervasoni, δικαστές,
γραμματέας: S. Boni, υπάλληλος διοικήσεως, έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 12ης Ιουνίου 2007, εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1 Ο Α. P. Roodhuijzen, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου ΔΔ στις 23 Οκτωβρίου 2006, ζητεί από το Δικαστήριο ΔΔ να ακυρώσει, αφενός, την απόφαση της Επιτροπής της 28ης Φεβρουαρίου 2006 που επιβεβαιώθηκε στις 20 Μαρτίου 2006, με την οποία δεν αναγνωρίστηκε η σχέση συμβίωσής του με τη Maria Helena Astrid Hart και, ως εκ τούτου, αυτή δεν υπήχθη στο σύστημα υγειονομικής ασφάλισης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΣΥΑ) και, αφετέρου, την απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) στις 12 Ιουλίου 2006.

Το νομικό πλαίσιο

2 Το άρθρο 72, παράγραφος 1, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) ορίζει τα εξής:
«Εντός του ορίου του 80 % των αναληφθέντων εξόδων και βάσει ρυθμίσεως θεσπιζόμενης με κοινή συμφωνία από τα όργανα των Κοινοτήτων κατόπιν γνώμης της επιτροπής κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η-ο υπάλληλος, η(ο) σύζυγός του, εφόσον η (ο) τελευταία-ος (α) δεν μπορεί να επωφεληθεί παροχών της αυτής φύσης και του αυτού επιπέδου, κατ’ εφαρμογή οιωνδήποτε άλλων νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων, τα τέκνα της-του και τα λοιπά συντηρούμενα από αυτήν-όν πρόσωπα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του παραρτήματος VII, καλύπτονται κατά των κινδύνων ασθενείας. Το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 85 % για τις ακόλουθες παροχές: επισκέψεις στο ιατρείο και στο σπίτι, χειρουργικές επεμβάσεις, νοσοκομειακή περίθαλψη, φαρμακευτικά προϊόντα, ακτινολογικές εξετάσεις και ακτινοβολίες, αναλύσεις, εργαστηριακές εξετάσεις και προθέσεις με ιατρική εντολή, εκτός από τις οδοντικές προθέσεις. Ανέρχεται σε 100 % σε περιπτώσεις φυματίωσης, πολυομελίτιδας, καρκίνου, διανοητικής ασθένειας και άλλων ασθενειών που αναγνωρίζονται ως εξίσου σοβαρές από την [ΑΔΑ], καθώς και για προληπτικές εξετάσεις για την έγκαιρη διάγνωση παθήσεων και σε περίπτωση τοκετού. Πάντως, οι κατά 100 % προβλεπόμενες επιστροφές δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση επαγγελματικής ασθένειας ή ατυχήματος που επέφεραν την εφαρμογή του άρθρου 73.
Η-ο σύντροφος μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης μίας-ενός υπαλλήλου αντιμετωπίζεται ως σύζυγος στο πλαίσιο του [συστήματος υγειονομικής ασφάλισης, όταν πληρούνται οι πρώτοι τρεις όροι του άρθρου 1, παράγραφος 2, [στοιχείο] γ΄, του παραρτήματος VII.
[…]»

3 Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:
«2. Δικαιούται επιδόματος στέγης:
α) η-ο έγγαμη-ος υπάλληλος
β) η-ο υπάλληλος η-ο οποία-ος διατελεί εν χηρεία, έχει λάβει διαζύγιο ή είναι χωρισμένη-ος ή άγαμη-ος και έχει ένα ή περισσότερα συντηρούμενα τέκνα κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2 και 3
γ) η-ο υπάλληλος η-ο οποία-ος έχει καταχωρηθεί ως σύντροφος σταθερής μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης, υπό τον όρο ότι:

i) το ζεύγος προσκομίζει επίσημο έγγραφο, αναγνωριζόμενο ως τέτοιο από κράτος μέλος ή από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή κράτους μέλους, που βεβαιώνει το καθεστώς τους ως συντρόφων μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης,
ii) κανείς από τους συντρόφους της σχέσης συμβίωσης δεν διατελεί σε έγγαμη σχέση συμβίωσης ούτε σε άλλη μη έγγαμη σχέση συμβίωσης,
iii) οι σύντροφοι δεν έχουν μεταξύ τους κανένα από τους εξής δεσμούς: γονείς, τέκνα, πάπποι ή μάμμες, εγγονοί ή εγγονές, αδελφοί και αδελφές, θείοι, θείες, ανεψιοί, ανεψιές, γαμβροί και νύφες,
iv) το ζεύγος δεν δύναται νομίμως να τελέσει γάμο σε κράτος μέλος, ένα ζεύγος θεωρείται ότι δύναται νομίμως να τελέσει γάμο, για τους σκοπούς του παρόντος σημείου, αποκλειστικά στις περιπτώσεις που τα μέλη του ζεύγους πληρούν όλους τους όρους που τίθενται από τη νομοθεσία κράτους μέλους το οποίο επιτρέπει το γάμο ενός τέτοιου ζεύγους,
[…]»

4 Το άρθρο 12 της ρύθμισης σχετικά με την ασφάλιση των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά των κινδύνων ασθενείας (στο εξής: κοινή ρύθμιση) ορίζει τα εξής:
«Είναι έμμεσα ασφαλισμένες-οι, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στα άρθρα 13 και 14:
α) η-ο σύζυγος της-του άμεσα ασφαλισμένης-ου, εφόσον δεν είναι η-ο ίδια-ος άμεσα ασφαλισμένη-ος στο παρόν [καθεστώς],
β) η-ο αναγνωρισμένη-ος σύντροφος της-του άμεσα ασφαλισμένης-ου, ακόμα και στην περίπτωση που δεν πληρούται ο όρος ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, [στοιχείο] γ΄, τελευταίο εδάφιο του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης,
γ) η-ο σύζυγος ή η-ο αναγνωρισμένη-ος σύντροφος που βρίσκεται σε άδεια για προσωπικούς λόγους όπως προβλέπεται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.»

5 Όπως προκύπτει από το φυλλάδιο που επισύναψε η Επιτροπή στο υπόμνημά της αντικρούσεως και το οποίο, κατά την Επιτροπή, προέρχεται από την ολλανδική διοίκηση, το ολλανδικό δίκαιο προβλέπει, εκτός από τον παραδοσιακό γάμο, δύο μορφές ένωσης, ήτοι την καταχωρημένη σχέση συμβίωσης (geregistreerd partnerschap) και τη σύμβαση συμβίωσης (samenlevingsovereenkomst). Μολονότι η πρώτη μορφή ένωσης συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα, περιουσιακά και μη, παρόμοια, εν πολλοίς, με τα αποτελέσματα της σύμβασης γάμου, η δεύτερη μορφή ένωσης, αντιθέτως, εξαρτάται από την αυτονομία της βούλησης των μερών και επιφέρει, μεταξύ των ενδιαφερομένων, τα αποτελέσματα που απορρέουν από τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που τα μέρη περιέλαβαν στη σύμβαση.

Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς


6 Ο προσφεύγων, ολλανδικής ιθαγένειας, είναι υπάλληλος της Eurostat από τις 15 Φεβρουαρίου 2006. Στις 20 Φεβρουαρίου 2006, ζήτησε από την Επιτροπή να αναγνωρίσει τη συμβίωσή του με τη Maria Helena Astrid Hart, η οποία ρυθμίζεται από σύμβαση συμβίωσης (samenlevingsovereenkomst) που καταρτίστηκε στις Κάτω Χώρες ενώπιον συμβολαιογράφου στις 29 Δεκεμβρίου 2005, προκειμένου η σύντροφός του να υπαχθεί στο ΣΥΑ.

Απόφαση δικαστηρίου της Ε.Ε Β'

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
(πρώτο τμήμα)
της 27ης Νοεμβρίου 2007 (*)


Η απόφαση λόγω του μεγέθους της χωρίστηκε σε πέντε συνολικά αναρτήσεις, βρίσκεστε στο Β' μέρος.


7 Η Υπηρεσία διαχείρισης και εκκαθάρισης ατομικών δικαιωμάτων (ΡΜΟ), με έγγραφο της 28ης Φεβρουαρίου 2006, απέρριψε την αίτησή του με την αιτιολογία ότι η σύμβαση συμβίωσης που καταρτίστηκε μεταξύ του προσφεύγοντος και της συντρόφου του δεν δύναται να θεωρηθεί ως σχέση συμβίωσης αναγνωριζόμενη από την ολλανδική νομοθεσία (νόμος περί geregistreerd partnerschap που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1998) όπως απαιτεί το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.

8 Στις 13 Μαρτίου 2006, ο προσφεύγων αμφισβήτησε την απόρριψη της αίτησής του και προσκόμισε βεβαίωση της πρεσβείας των Κάτω Χωρών στο Λουξεμβούργο, σύμφωνα με την οποία το samenlevingsovereenkomst που υπογράφηκε ενώπιον συμβολαιογράφου μεταξύ του προσφεύγοντος και της συντρόφου του αναγνωρίζεται από τις Κάτω Χώρες και, ως εκ τούτου, βεβαιώνει την ιδιότητά τους ως συντρόφων μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης.

9 Ωστόσο, η Επιτροπή, με έγγραφο της 20ής Μαρτίου 2006, επιβεβαίωσε την απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2006. Κατά την Επιτροπή, αν και η σύμβαση συμβίωσης βεβαιώνει τυπικά την ιδιότητα του προσφεύγοντος και της συντρόφου του ως συντρόφων μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης, δημιουργεί, ωστόσο, μόνον τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που οι σύντροφοι συναποδέχθηκαν εγγράφως. Το γεγονός ότι η σύμβαση υπογράφηκε ενώπιον συμβολαιογράφου δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι πρόκειται απλώς για ιδιωτική σύμβαση, χωρίς έννομες συνέπειες για τους τρίτους και χωρίς υποχρέωση καταχώρησης. Πάντως, το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ απαιτεί από τους συντρόφους μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης την καταχώρηση αυτή, αφού η καταχώρηση δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις αντίστοιχα με τις έννομες συνέπειες του γάμου.

10 Ο προσφεύγων υπέβαλε ένσταση στις 31 Μαρτίου 2006, με την οποία έβαλε κατά της υπερβολικά στενής, κατά την άποψή του, ερμηνείας των διατάξεων του άρθρου 1, παράγραφος 2, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ από την Επιτροπή. Με την ένσταση αυτή, υποστήριξε ότι ο συμβολαιογραφικός τύπος της σύμβασης αρκεί και επικαλέστηκε ορισμένες περιστάσεις που αποδεικνύουν ότι υπάρχουν λίγες διαφορές μεταξύ της σχέσης συμβίωσής του και του θεσμού του γάμου. Επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι η σχέση με τη σύντροφό του είχε διάρκεια πάνω από δύο χρόνια, ότι έχουν μαζί ένα τέκνο, το οποίο έχει αναγνωρίσει επισήμως και ότι περίμεναν και δεύτερο τέκνο. Ο προσφεύγων πρόσθετε ότι έχουν συντάξει με τη σύντροφό του αμοιβαίες διαθήκες και ότι έχει συνάψει ασφάλιση ζωής υπέρ της συντρόφου του.
11 Η διαχειριστική επιτροπή του ΣΥΑ (στο εξής: διαχειριστική επιτροπή), με γνωμοδότηση της 1ης Ιουνίου 2006, έκρινε, βάσει των εγγράφων που προσκόμισε ο προσφεύγων, ιδίως δε της σύμβασης συμβίωσης που καταρτίστηκε ενώπιον συμβολαιογράφου και της βεβαίωσης της πρεσβείας των Κάτω Χωρών στο Λουξεμβούργο, ότι η επίμαχη σχέση συμβίωσης πρέπει να θεωρηθεί ότι πληροί του όρους του άρθρου 12 της κοινής ρύθμισης, ιδίως δε τον όρο του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, σημείο i, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.

12 Παρά τη θετική αυτή γνωμοδότηση της διαχειριστικής επιτροπής, η ΑΔΑ, με απόφαση της 12ης Ιουλίου 2006, απέρριψε την ένσταση του προσφεύγοντος. Θεώρησε ότι οι διατάξεις του ΚΥΚ έχουν ως σκοπό την υπαγωγή στο ΣΥΑ μόνο των συντρόφων που δεσμεύονται στο πλαίσιο παρόμοιας με τον γάμο σχέσης, η οποία περιλαμβάνει αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις που καθορίζει ο νόμος. Η ΑΔΑ επισήμανε ότι η σύμβαση συμβίωσης αποτελεί απλώς ιδιωτική σύμβαση που μπορεί να συναφθεί από περισσότερα από δύο άτομα, το περιεχόμενό της μπορεί να συναποφασιστεί από τα μέρη και, μολονότι η εν λόγω σχέση συμβίωσης εν τοις πράγμασι καταρτίζεται ενώπιον συμβολαιογράφου, δεν δημιουργεί έννομες συνέπειες και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μη έγγαμη σχέση συμβίωσης που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.

13 Η απόφαση της ΑΔΑ κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 13 Ιουλίου 2006.
Αιτήματα των διαδίκων

14 O προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης:
α) να ακυρώσει την απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2006 που επιβεβαιώθηκε στις 20 Μαρτίου 2006, με την οποία δεν αναγνωρίζεται η σχέση συμβίωσής του με τη Maria Helena Astrid Hart ως μη έγγαμη σχέση συμβίωσης έναντι του ΣΥΑ•
β) να ακυρώσει την απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση που υπέβαλε στις 27 Μαρτίου 2006, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, η οποία εκδόθηκε στις 12 Ιουλίου 2006 και κοινοποιήθηκε στις 13 Ιουλίου 2006•
γ) εν πάση περιπτώσει, να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας του Πρωτοδικείου.

15 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης:

α) να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη•
β) να αποφανθεί κατά νόμο επί των δικαστικών εξόδων.

Επί του αντικειμένου της διαφοράς

16 Ο προσφεύγων ζητεί την ακύρωση της απόφασης της 28ης Φεβρουαρίου 2006 που επιβεβαιώθηκε στις 20 Μαρτίου 2006, με την οποία δεν αναγνωρίζεται η σχέση συμβίωσής του με τη σύντροφό του και, ως εκ τούτου, αυτή δεν μπορεί να υπαχθεί στο ΣΥΑ, καθώς και την ακύρωση της απόφασης με την οποία η ΑΔΑ απέρριψε την ένσταση στις 12 Ιουλίου 2006. Συναφώς, επισημαίνεται ότι, υπό τις προϋποθέσεις αυτές, το Δικαστήριο ΔΔ επιλαμβάνεται στην πραγματικότητα, κατά πάγια νομολογία, μόνον των βλαπτικών πράξεων κατά των οποίων υποβλήθηκε η ένσταση (βλ., σχετικώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Ιανουαρίου 1989, 293/87, Vainker κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1989, σ. 23, σκέψη 8• απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Νοεμβρίου 2006, F-100/05, Χατζηιωαννίδου κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 24). Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί ότι τα αιτήματα του προσφεύγοντος αφορούν την ακύρωση της απόφασης της 28ης Φεβρουαρίου 2006, όπως επιβεβαιώθηκε στις 20 Μαρτίου 2006.

Σκεπτικό

17 Ο προσφεύγων, προς στήριξη των αιτημάτων του, προβάλλει παράβαση του άρθρου 72 του ΚΥΚ, του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, σημείο i, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ και του άρθρου 12 της κοινής ρύθμισης, πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και παραβίαση γενικών αρχών του δικαίου, ιδίως δε της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων των υπαλλήλων, της αρχής της χρηστής διοίκησης και του καθήκοντος αρωγής, καθώς και παραβίαση των αρχών που επιβάλλουν στην ΑΔΑ να αποφασίζει μόνον βάσει ενός νομικά βάσιμου σκεπτικού, δηλαδή βάσει ορθών σκέψεων απαλλαγμένων από νομικό ή πραγματικό πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως.

18 Το Δικαστήριο ΔΔ κρίνει σκόπιμο να εξετάσει καταρχάς τους λόγους που αντλούνται από παράβαση του άρθρου 72 του ΚΥΚ, του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, σημείο i, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ και του άρθρου 12 της κοινής ρύθμισης.
Επιχειρήματα των διαδίκων

19 Αφενός, ο προσφεύγων φρονεί ότι από το άρθρο 72 του ΚΥΚ, το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, σημείο i, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ και το άρθρο 12 της κοινής ρύθμισης που πρέπει να ερμηνευθούν συστηματικά προκύπτει ότι, βάσει του άρθρου 72 του ΚΥΚ και του άρθρου 12 της κοινής ρύθμισης, ο σύντροφος μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης υπαλλήλου πρέπει, για να υπαχθεί στο ΣΥΑ, να πληροί απλώς τις τρεις πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, ήτοι τις προϋποθέσεις που προβλέπουν τα σημεία i, ii και iii. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο προσφεύγων επισήμανε επίσης ότι η γραμματική ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων επιβεβαιώνει την ανάλυση αυτή. Κατά συνέπεια, σε αντίθεση προς αυτά που υποστηρίζει η ΡΜΟ με την απορριπτική της αίτησης αναγνώρισης της σχέσης συμβίωσης του προσφεύγοντος απόφαση και, στη συνέχεια, η ΑΔΑ με την απορριπτική της ένστασης απόφασή της, οι μη έγγαμες σχέσεις συμβίωσης που έχουν καταρτιστεί ενώπιον συμβολαιογράφου θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές στο πλαίσιο του ΣΥΑ χωρίς να πρέπει υποχρεωτικώς και να καταχωρηθούν, η Επιτροπή δεν μπορεί έτσι να προσθέτει στα προπαρατεθέντα άρθρα προϋποθέσεις που αυτά δεν περιλαμβάνουν. Συνεπώς, οι σύντροφοι μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης που αναγνωρίζονται υπό την ιδιότητα αυτή από κράτος μέλος, όπως προδήλως ισχύει στην περίπτωση της σχέσης συμβίωσης μεταξύ του προσφεύγοντος και της συντρόφου του, πρέπει να μπορούν να τύχουν των προνομίων που προβλέπει ο ΚΥΚ.

19 Συναφώς, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, πέρα από τις προϋποθέσεις που περιλαμβάνονται στα σημεία ii και iii, οι οποίες δεν παρουσιάζουν δυσκολίες στην περίπτωσή του, πληροί επίσης την προϋπόθεση που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, σημείο i, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ. Πράγματι, ο προσφεύγων προσκόμισε επίσημο έγγραφο που αναγνωρίζεται ως τέτοιο από κράτος μέλος, εν προκειμένω τη σύμβαση συμβίωσης, η οποία καταρτίστηκε ενώπιον συμβολαιογράφου και αναγνωρίζει την ιδιότητά του ως συντρόφου μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης• εξάλλου, πέρα από το επίσημο έγγραφο που αρκεί, κατά τον προσφεύγοντα, από μόνο του, στον φάκελο της υπόθεσης περιλαμβάνεται βεβαίωση της πρεσβείας των Κάτω Χωρών στο Λουξεμβούργο που βεβαιώνει την αναγνώριση της σχέσης συμβίωσης. Η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη, εν πάση περιπτώσει, να λάβει υπόψη της τη σύμβαση συμβίωσης που διαβιβάστηκε με τον φάκελο και δεν μπορούσε να αρνηθεί στην περίπτωση του προσφεύγοντος τα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιότητά του ως αναγνωρισμένου συντρόφου σχέσης συμβίωσης ούτε να αναγορευθεί σε νομομαθή της εθνικής νομοθεσίας των Κάτω Χωρών.

Απόφαση του δικαστηρίου της Ε.Ε Γ'

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
(πρώτο τμήμα)
της 27ης Νοεμβρίου 2007 (*)


Η απόφαση λόγω του μεγέθους της χωρίστηκε σε πέντε συνολικά αναρτήσεις, βρίσκεστε στο Γ' μέρος.


21 Ο προσφεύγων επισημαίνει επίσης ότι η Επιτροπή αναγνώρισε, με το έγγραφο της 20ής Μαρτίου 2006, ότι η σύμβαση συμβίωσης μεταξύ εκείνου και της συντρόφου του αποτελεί επίσημη βεβαίωση της ιδιότητάς τους ως συντρόφων μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης. Επομένως, είναι παράδοξο να εμμένει να μην αναγνωρίζει στον προσφεύγοντα και στη σύντροφό του το κεκτημένο δικαίωμα που απορρέει από τη διαπίστωση αυτή. Στο μέτρο που οι διατάξεις του ΚΥΚ παραπέμπουν στην εκ μέρους κράτους μέλους αναγνώριση ενός εγγράφου και μιας καταστάσεως, η Επιτροπή δεν μπορεί να οχυρωθεί πίσω από την αρχή της αυτόνομης ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου προκειμένου να αρνηθεί να λάβει υπόψη τα προσκομιζόμενα έγγραφα και την κατάσταση που πιστοποιούν. Περαιτέρω, η σύμβαση που συνήψε με τη σύντροφό του αποτελεί συμβολαιογραφικό έγγραφο, ήτοι πράξη που συντάσσεται από πρόσωπο που ασκεί δημόσια εξουσία και που μπορεί ακόμη να συντάσσει και εκτελεστά δημόσια έγγραφα.

22 Εξάλλου, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, περίπτωση iv, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, που αφορά την προϋπόθεση της αδυναμίας των συντρόφων να τελέσουν πολιτικό γάμο σε κράτος μέλος, αποκλείεται ρητώς από το άρθρο 72 του κανονισμού και το άρθρο 12 της κοινής ρύθμισης, γεγονός που αποδεικνύει σαφώς ότι το ζήτημα του γάμου δεν είναι ουσιώδες για την αναγνώριση της σχέσης συμβίωσης προκειμένου να υπαχθεί στο ΣΥΑ ο σύντροφος υπαλλήλου, αντίθετα προς όσα του αντέτεινε η Επιτροπή. Είτε υπάρχει είτε όχι δυνατότητα γάμου, τα άτομα είναι ελεύθερα να επιλέξουν ή να προτιμήσουν τη σχέση συμβίωσης , αφού οι δύο θεσμοί δεν είναι όμοιοι και οι ομοιότητές τους περιορίζονται στη δημόσια δήλωση και την αναγνώριση που αυτή συνεπάγεται.

23 Τέλος, ο προσφεύγων, επικαλούμενος την απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Απριλίου 1986, 59/85, Reed (Συλλογή 1986, σ. 1283, σκέψη 15), θεωρεί ότι η εξέλιξη των ηθών στην κοινωνία, σε πολλά κράτη μέλη, δικαιολογεί ακόμη περισσότερο τη διασταλτική ερμηνεία των όρων «σύζυγος» και «σύντροφος μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης», προκειμένου να συμπεριληφθούν σε αυτούς οι σύντροφοι διαφορετικού φύλου που έχουν δεσμευτεί στο πλαίσιο αναγνωρισμένης μόνιμης σχέσης.

24 Η Επιτροπή αντιτείνει ότι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, ο νομοθέτης δεν θέλησε να επεκτείνει τη δυνατότητα υπαγωγής στο ΣΥΑ σε όλους τους μόνιμους συντρόφους των υπαλλήλων των οποίων η «σχέση συμβίωσης» είναι «αναγνωρισμένη», αλλά μόνο στις-στους συντρόφους των οποίων η σχέση συμβίωσης προσομοιάζει ευρέως με τον «γάμο» σε κράτος μέλος εντός του οποίου έχει καταρτισθεί.

25 Καταρχάς, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διάταξης του κοινοτικού δικαίου είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της αλλά και το πλαίσιο καθώς και ο σκοπός της ρύθμισης στην οποία εντάσσεται. Αφενός, η Επιτροπή φρονεί ότι δεν αμφισβητείται ότι σκοπός τόσο του άρθρου 72 του ΚΥΚ, όσο και του άρθρου 1 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, είναι να περιλάβει τα πρόσωπα που «εξομοιώνονται» με τους «συζύγους» των υπαλλήλων. Κατά την Επιτροπή, ο σκοπός αυτός διαφαίνεται άλλωστε μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 72 του ΚΥΚ, που αναφέρεται στον σύντροφο μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης υπαλλήλου που δύναται να «θεωρηθεί» ως σύζυγός του. Αφετέρου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το «ουδέτερο» γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, σημείο i, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ εξηγείται ειδικότερα από τη μεγάλη ποικιλία των υπαρχουσών εντός των κρατών μελών εθνικών νομοθεσιών περί «σχέσεων συμβίωσης που εξομοιώνονται με τον γάμο» και, κατά συνέπεια, από την αδυναμία του νομοθέτη να υιοθετήσει μια πιο ρητή διατύπωση, η οποία, λόγω της υπερβολικής ακριβολογίας της, θα μπορούσε να παραλείψει τις σχέσεις συμβίωσης που συνάπτονται προς τούτο σε ορισμένα κράτη μέλη.

26 Επομένως, αν ο κοινοτικός νομοθέτης ήθελε να επεκτείνει τη δυνατότητα υπαγωγής στο ΣΥΑ και σε άλλες κατηγορίες μονίμων συντρόφων, θα το είχε διατυπώσει ρητά. Συναφώς, η Επιτροπή παρατηρεί ότι στις Κάτω Χώρες υπάρχει ένα μόνο είδος «καταχωρημένης σχέσης συμβίωσης» που εξομοιώνεται με τον γάμο. Η σύμβαση συμβίωσης που έχει συνάψει ο προσφεύγων δεν συνιστά νομικώς τέτοια καταχωρημένη σχέση συμβίωσης, αλλά μάλλον συμβόλαιο ή «συμφωνία συγκατοίκησης» που μπορεί να συναφθεί από δύο ή περισσότερα άτομα, ενώ η τελευταία αυτή δυνατότητα αποκλείεται στο πλαίσιο της «καταχωρημένης σχέσης συμβίωσης». Η Επιτροπή επισημαίνει περαιτέρω ότι η κατάρτιση της σύμβασης συμβίωσης ενώπιον συμβολαιογράφου είναι υποχρεωτική μόνο για την απόλαυση ορισμένων προνομίων. Εξάλλου, η πραγματική «καταχωρημένη σχέση συμβίωσης» στηρίζεται στον νόμο, ενώ η σύμβαση συμβίωσης εξαρτάται από την αυτονομία της βούλησης των μερών και μόνον. Επίσης, από την καταχωρημένη σχέση συμβίωσης απορρέουν δικαιώματα και υποχρεώσεις που ορίζει ο νόμος όπως και στην περίπτωση του γάμου, ενώ από τη σύμβαση συμβίωσης απορρέουν μόνον περιουσιακά δικαιώματα.

27 Κατά την Επιτροπή, ο ισχυρισμός ότι η σύμβαση συμβίωσης καταρτίστηκε ενώπιον συμβολαιογράφου και ότι οι Κάτω Χώρες αναγνωρίζουν τη συμφωνία αυτή συγκατοίκησης προβάλλεται αλυσιτελώς. Η αναγνώριση αυτή δεν έχει έννομες συνέπειες ως προς το ζήτημα αν η εν λόγω «συμφωνία συγκατοίκησης» είναι υποχρεωτική για τον κοινοτικό εργοδότη προκειμένου να επεκταθεί η υπαγωγή στο ΣΥΑ στον σύντροφο υπαλλήλου.

28
Τέλος, η Επιτροπή, προς απάντηση στο επιχείρημα του προσφεύγοντος που αντλείται από την προπαρατεθείσα απόφαση Reed, υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 31ης Μαΐου 2001, C-122/99 P και C-125/99 P, D και Σουηδία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. Ι-4319, σκέψεις 37 και 38), αποφάνθηκε ρητά ότι ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί να ερμηνεύει διασταλτικώς τις έννοιες των όρων «γάμος» ή «καταχωρημένη συμβίωση», αλλά, αντιθέτως, μόνο στον νομοθέτη εναπόκειται να τροποποιήσει τον ΚΥΚ προκειμένου να εξομοιώσει ορισμένα είδη καταχωρημένης σχέσης συμβίωσης με τον γάμο. Η Επιτροπή προσθέτει ότι από την απόφαση αυτή προκύπτει άλλωστε ρητά ότι ο νομοθέτης θέλησε να υπαγάγει στο ΣΥΑ μόνον τα πρόσωπα που έχουν δεσμευθεί στο πλαίσιο μόνιμης σχέσης συμβίωσης της οποίας τα αποτελέσματα είναι αντίστοιχα με εκείνα του γάμου.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης


29
Από το γράμμα του άρθρου 72 του ΚΥΚ προκύπτει ότι, για να καθοριστεί η έννοια του όρου «σύντροφος υπαλλήλου στο πλαίσιο μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης», το άρθρο αυτό παραπέμπει ευθέως στις τρεις πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, αφού το ζήτημα της καταχώρησης της σχέσης συμβίωσης, που περιλαμβάνεται στην εισαγωγική περίοδο του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, δεν δύναται να θεωρηθεί ως προαπαιτούμενο. Αν ο νομοθέτης ήθελε να ορίσει διαφορετικά, το άρθρο 72 του ΚΥΚ και το άρθρο 12 της κοινής ρύθμισης δεν θα αναφέρονταν αντιστοίχως στην-στον «σύντροφο μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης» και στην-στον «αναγνωρισμένη-ο σύντροφο σχέσης συμβίωσης» μίας-ενός υπαλλήλου, αλλά στην-στον σύντροφο «που έχει καταχωρηθεί», όρος που χρησιμοποιείται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ σημειωτέον, εξάλλου, ότι η αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 723/2004 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 2004, για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών (ΕΕ L 124, σ. 1), η οποία αφορά την επέκταση των πλεονεκτημάτων των έγγαμων ζευγαριών σε διαφορετικές από τον γάμο μορφές ένωσης, αναφέρεται στις-στους «υπαλλήλους που τελούν σε μη έγγαμη σχέση συμβίωσης αναγνωρισμένη από ένα κράτος μέλος ως σταθερή σχέση συμβίωσης», χωρίς να κάνει μνεία σε προϋποθέσεις σχετικές με την καταχώρηση της επίμαχης σχέσης. Στο ίδιο πλαίσιο, το Δικαστήριο ΔΔ κρίνει ότι, στην ουσία, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των εννοιών της-του συντρόφου μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης υπαλλήλου του άρθρου 72 του ΚΥΚ και της-του αναγνωρισμένης-ου συντρόφου σχέσης συμβίωσης υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 12 της κοινής ρύθμισης.

30 Επομένως, στον κοινοτικό δικαστή εναπόκειται, προκειμένου να αποφανθεί ως προς την επέκταση της δυνατότητας υπαγωγής στο ΣΥΑ της-του συντρόφου μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης υπαλλήλου, να ελέγξει την τήρηση των τριών πρώτων προϋποθέσεων, και μόνον, του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.

31
Όσον αφορά τις τρεις πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι πληρούνται εν προκειμένω οι δύο τελευταίες από αυτές, οι οποίες αναφέρονται, αντιστοίχως, στη μη δέσμευση των συντρόφων σταθερής μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης σε άλλη μη έγγαμη σχέση συμβίωσης και στη μη ύπαρξη συγγενικών δεσμών μεταξύ τους.

32
Εξάλλου, η πρώτη προϋπόθεση στην οποία ερείδεται ουσιαστικώς η διαφορά της ερμηνείας μεταξύ των διαδίκων (στο εξής: επίμαχη προϋπόθεση) ορίζει ότι το ζεύγος πρέπει να προσκομίσει επίσημο έγγραφο, αναγνωριζόμενο ως τέτοιο από κράτος μέλος ή από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή κράτους μέλους που πιστοποιεί το καθεστώς τους ως συντρόφων μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης. Η προϋπόθεση αυτή περιλαμβάνει τρία σκέλη:

α) το πρώτο σκέλος αφορά την προσκόμιση «επίσημου» εγγράφου σχετικά με το καθεστώς των προσώπων
β) το δεύτερο σκέλος απαιτεί το εν λόγω επίσημο έγγραφο να «αναγνωρίζεται» ως τέτοιο από κράτος μέλος
γ) τέλος, το τρίτο σκέλος απαιτεί το επίσημο αυτό έγγραφο σχετικά με το καθεστώς των προσώπων να πιστοποιεί το καθεστώς των ενδιαφερομένων ως «συντρόφων μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης».

33 Στην προκειμένη περίπτωση, η επίμαχη προϋπόθεση πληρούται ως προς τα δύο πρώτα σκέλη της. Πράγματι, ο προσφεύγων προσκόμισε τη σύμβαση συμβίωσης που έχει καταρτίσει με τη σύντροφό του ενώπιον συμβολαιογράφου στις Κάτω Χώρες και βεβαίωση της πρεσβείας των Κάτω Χωρών στο Λουξεμβούργο που βεβαιώνει ότι το έγγραφο αυτό που πιστοποιεί το καθεστώς του προσφεύγοντος και της συντρόφου του ως συντρόφων μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης αναγνωρίζεται στις Κάτω Χώρες. Η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε ούτε τον «επίσημο» χαρακτήρα της εν λόγω σύμβασης συμβίωσης, ούτε την «αναγνώρισή» της από κράτος μέλος.

Απόφαση διακστηρίου της Ε.Ε Δ'

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
(πρώτο τμήμα)
της 27ης Νοεμβρίου 2007 (*)


Η απόφαση λόγω του μεγέθους της χωρίστηκε σε πέντε συνολικά αναρτήσεις, βρίσκεστε στο Δ' μέρος.


34 Όσον αφορά το τρίτο σκέλος, ο προσφεύγων φρονεί ότι, στο μέτρο που η βεβαίωση της πρεσβείας των Κάτω Χωρών στο Λουξεμβούργο βεβαιώνει ρητά ότι το samenlevingsovereenkomst αναγνωρίζει σε αυτόν και τη σύντροφό του το καθεστώς τους ως «συντρόφων μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης», το έγγραφο αυτό αρκεί για να θεωρηθεί ότι πληρούται η επίμαχη προϋπόθεση και ως προς το τρίτο σκέλος της.

35 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο ΔΔ. Το ζήτημα αν δύο άτομα εμπίπτουν στο καθεστώς των «συντρόφων μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης», κατά την έννοια του ΚΥΚ, δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικώς από την εκτίμηση των εθνικών αρχών ενός κράτους μέλους. Συνεπώς, ειδικότερα το samenlevingsovereenkomst δεν πιστοποιεί το καθεστώς των ενδιαφερομένων ως «συντρόφων μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης» αποκλειστικώς επειδή ένα επίσημο έγγραφο αναγνωριζόμενο ως τέτοιο από κράτος μέλος πιστοποιεί την ύπαρξη ενός τέτοιου καθεστώτος. Πράγματι, η σύμβαση συμβίωσης του ολλανδικού δικαίου αποτελεί σύμβαση της οποίας το περιεχόμενο συναποφασίζεται ελεύθερα από τα μέρη υπό την επιφύλαξη της τήρησης των κανόνων περί δημοσίας τάξεως και χρηστών ηθών. Η εν λόγω σύμβαση μπορεί να συναφθεί μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων και δεν υπάρχει νομική υποχρέωση να περιληφθούν σε αυτή δεσμεύσεις ή δηλώσεις σχετικά, μεταξύ άλλων, με την υποχρέωση συμβίωσης. Εξάλλου, η εν λόγω σύμβαση δεσμεύει καταρχήν τα μέρη αποκλειστικώς ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αυτά προβλέπουν και τα περιορισμένα, εν πάση περιπτώσει, έννομα αποτελέσματά της έναντι των τρίτων απαιτούν ειδικές διαδικασίες και δηλώσεις.

36 Αντιθέτως, πρέπει να γίνει δεκτή, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, ως ένα βαθμό, η θέση της Επιτροπής, καθό μέτρο δέχεται ότι το άρθρο 72 του ΚΥΚ και το άρθρο 12 της κοινής ρύθμισης αφορούν τις σχέσεις συμβίωσης που μπορούν να «εξομοιωθούν» με τον γάμο και ότι μια σχέση συμβίωσης, για να εμπίπτει στις εν λόγω διατάξεις, πρέπει να παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες με τον γάμο.

37 Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο ΔΔ κρίνει ότι το τρίτος σκέλος της επίμαχης προϋπόθεσης πρέπει να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει αθροιστικώς τρεις επιμέρους προϋποθέσεις.

38 Πρώτον, το τρίτο αυτό σκέλος της επίμαχης προϋπόθεσης προϋποθέτει, το δε γράμμα της εφαρμοστέας διάταξης του ΚΥΚ επιβεβαιώνει την ερμηνεία αυτή, ότι οι σύντροφοι σχέσης συμβίωσης πρέπει να αποτελούν «ζεύγος», ήτοι ένωση δύο προσώπων, αντίθετα προς άλλες ενώσεις προσώπων που μπορούν να αποτελούν μέρη της σύμβασης συμβίωσης του ολλανδικού δικαίου. Διαπιστώνεται, χωρίς να το αμφισβητούν οι διάδικοι, ότι περί αυτού πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση.

39 Περαιτέρω, η χρήση του όρου «καθεστώς» αποδεικνύει ότι η σχέση των συντρόφων σχέσης συμβίωσης πρέπει να παρουσιάζει στοιχεία δημοσιότητας και τύπου. Η δεύτερη αυτή επιμέρους προϋπόθεση του τρίτου σκέλους, η οποία συνδέεται εν μέρει με το πρώτο σκέλος της επίμαχης προϋπόθεσης (βλ. σκέψη 32 της παρούσας απόφασης), εκτείνεται πάντως πέρα από την απλή απαίτηση προσκόμισης ενός «επίσημου» εγγράφου. Δεν αμφισβητείται ότι πληρούται στην προκειμένη περίπτωση. Αφενός, η σύμβαση που ρυθμίζει τη συμβίωση του προσφεύγοντος και της συντρόφου του, η οποία καταρτίστηκε ενώπιον συμβολαιογράφου χωρίς να υφίσταται υποχρέωση προς τούτο, αποτελεί δημόσιο έγγραφο αφού έχει περιβληφθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο αφετέρου, ρυθμίζει τη συμβίωση των συντρόφων κατά τρόπο συστηματικό και λεπτομερή ακολουθώντας τον τρόπο διατύπωσης των νομικών κειμένων.

40
Τέλος, η έννοια του όρου «σύντροφοι μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης» πρέπει να νοηθεί ως περιλαμβάνουσα μια κατάσταση στην οποία οι σύντροφοι συμβιώνουν κατά τρόπο σταθερό και δεσμεύονται, στο πλαίσιο της συμβίωσης αυτής, από αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις σχετικά με τον κοινό τους βίο.

41 Περί αυτού πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση.

42 Καταρχάς, ο προσφεύγων και η σύντροφός του, στο προοίμιο του samenlevingsovereenkomst που κατάρτισαν, δηλώνουν ρητά ότι συμβιώνουν και έχουν ένα κοινό νοικοκυριό από την 1η Ιουλίου 2004. Επιπλέον, όπως επισήμανε ο προσφεύγων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το άρθρο 7 της σύμβασης συμβίωσης επιβάλλει στο ζεύγος την υποχρέωση να έχει κοινή κατοικία.

43 Διαπιστώνεται περαιτέρω ότι η σύμβαση συμβίωσης του προσφεύγοντος και της συντρόφου του περιλαμβάνει ευρεία ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σχετικά με τη συμβίωσή τους ως ζεύγους. Μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το άρθρο 3 της σύμβασης, οι σύντροφοι έχουν εξουσιοδοτηθεί αμοιβαίως ως προς τις νομικές πράξεις που πραγματοποιούνται υπέρ του καθημερινού νοικοκυριού. Εξάλλου, το άρθρο 4 της σύμβασης ορίζει ότι τα πράγματα του καθημερινού νοικοκυριού ανήκουν κατά συγκυριότητα και στους δύο, πλην αν τα πράγματα αυτά περιλαμβάνονται στο παράρτημα της σύμβασης ή αν τα μέρη συμφώνησαν διαφορετικώς εγγράφως. Τα κοινά αυτά πράγματα του νοικοκυριού απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της σύμβασης. Οι σύντροφοι υπέχουν, βάσει του άρθρου 5 της σύμβασης, αμοιβαία υποχρέωση να συνεισφέρουν μηνιαίως και κατ’ αναλογία των καθαρών εισοδημάτων της εργασίας τους σε κοινό ταμείο ώστε να αντιμετωπίζονται τα έξοδα του καθημερινού νοικοκυριού. Εξάλλου, το άρθρο 8 της σύμβασης ορίζει ότι, σε περίπτωση αμφισβήτησης της κυριότητας ενός πράγματος, τεκμαίρεται ότι αυτή ανήκει και στους δυο εξ αδιαιρέτου. Επισημαίνεται, τέλος, το άρθρο 9 της σύμβασης, κατά το οποίο κάθε σύντροφος ορίζει τον έτερο ως δικαιούχο της «σύνταξης του συντρόφου» σε περίπτωση που οι αντίστοιχοι κανονισμοί των συντάξεών τους αναγνωρίζουν μια τέτοια σύνταξη.

44 Μολονότι ως προς τα τέκνα δεν ρυθμίζει τίποτε η σύμβαση συμβίωσης, από το φυλλάδιο που επισυνάπτεται στο υπόμνημα αντίκρουσης και μνημονεύεται στη σκέψη 5 της παρούσας απόφασης προκύπτει ότι, στην περίπτωση που οι γονείς είναι απλώς σύντροφοι σχέσης συμβίωσης, το ολλανδικό δίκαιο επιτρέπει στον πατέρα του τέκνου, μέσω της αναγνώρισης του τέκνου αλλά και άλλων διαδικασιών, να αποκτήσει τα ίδια δικαιώματα έναντι του τέκνου ως εάν είχε συνάψει γάμο με τη μητέρα του. Μεταξύ άλλων, ασκεί τη γονική μέριμνα από κοινού με τη μητέρα του επιπλέον, το τέκνο αποκτά ενδεχομένως το επώνυμο του πατέρα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο προσφεύγων, χωρίς αυτό να αμφισβητείται από την Επιτροπή, δήλωσε ότι έχει αναγνωρίσει το πρώτο τέκνο του από τη γέννησή του, γεγονός που του αναγνωρίζει πλείονα δικαιώματα ως πατέρα.

45 Εξάλλου, αν και η σύναψη σύμβασης συμβίωσης δεσμεύει καταρχήν τις-τους συντρόφους και μόνον (βλ. σκέψη 35 της παρούσας απόφασης), επισημαίνεται ότι στο προαναφερθέν φυλλάδιο, αφού αναφέρεται ότι τα ολλανδικά δικαστήρια αρχίζουν να αντιμετωπίζουν τα ζεύγη που έχουν συνάψει σχέση συμβίωσης όπως τα ζεύγη που έχουν συνάψει καταχωρημένη σχέση συμβίωσης ή γάμο (courts are starting to put couples with a cohabitation agreement on the same footing as married and registered couples), γίνεται ρητά δεκτό ότι μπορούν να αναγνωριστούν υπέρ των ζευγαριών που έχουν συνάψει σύμβαση συμβίωσης συνέπειες έναντι τρίτων, όσον αφορά, ειδικότερα, τις συντάξεις ακριβώς, όπως επισημάνθηκε στο τέλος της σκέψης 43 της παρούσας απόφασης, οι συντρόφισσες-οι, στην υπό κρίση διαφορά, ορίστηκαν αμοιβαίως δικαιούχοι της «σύνταξης της-του συντρόφου» σε περίπτωση που οι αντίστοιχοι κανονισμοί των συντάξεών τους αναγνωρίζουν μια τέτοια σύνταξη.

46 Τα ανωτέρω στοιχεία καθιστούν πρόδηλο ότι, ακόμη και αν οι συνέπειες της σύμβασης συμβίωσης που κατάρτισαν ο προσφεύγων και η σύντροφός του δεν είναι τόσο ευρείες όσο οι συνέπειες του γάμου ή του geregistreerd partnerschap, προσομοιάζουν εν πολλοίς αν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, οι σύντροφοι τις ρυθμίζουν συμβατικώς.

47
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων (σκέψεις 42 έως 46 της παρούσας απόφασης), διαπιστώνεται ότι η τρίτη επιμέρους προϋπόθεση του τρίτου σκέλους της επίμαχης προϋπόθεσης, ήτοι η προϋπόθεση σχετικά με την έννοια του όρου «σύντροφοι μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης», όπως καθορίζεται στη σκέψη 40 της παρούσας απόφασης, πληρούται και, ως εκ τούτου, πληρούται επίσης το τρίτο σκέλος της επίμαχης προϋπόθεσης.

48
Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, πληρούνται οι τρεις πρώτες προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ και περιλαμβάνονται στο άρθρο 72 του ΚΥΚ.

49
Η ερμηνεία αυτή είναι επιπλέον σύμφωνη με την εξέλιξη των ηθών στην κοινωνία, η σημασία των οποίων για την ερμηνεία του ΚΥΚ επισημάνθηκε με την προπαρατεθείσα απόφαση Reed, που επικαλείται ο προσφεύγων με τα υπομνήματά του. Συναφώς, επισημαίνεται ότι η επέκταση της δυνατότητας υπαγωγής στο ΣΥΑ στον σύντροφο του υπαλλήλου ισχύει επίσης για τον σύντροφο του ιδίου φύλου, αφού έχει γίνει δεκτό από τους συντάκτες του ΚΥΚ ότι μπορούν να αναγνωριστούν νέα δικαιώματα σε πρόσωπα που δεν έχουν συνάψει σύμβαση γάμου. Εξάλλου, και αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, η ανωτέρω ερμηνεία που έγινε δεκτή από το Δικαστήριο δημόσιας διοίκησης –ερμηνεία που άλλωστε αφορά ειδικότερα τη φιλοσοφία της «σχέσης συμβίωσης»– δεν αντιβαίνει στη νομολογία κατά την οποία ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί να ερμηνεύσει διασταλτικά την έννοια του «γάμου» (βλ. απόφαση D και Σουηδία, όπ.π., σκέψεις 37 έως 39). Στην υπό κρίση υπόθεση, επισημαίνεται, κατά τα λοιπά, ότι η επέκταση της δυνατότητας υπαγωγής στο ΣΥΑ στον μόνιμο σύντροφο του υπαλλήλου συμβάλλει στην επίτευξη στόχων αλληλεγγύης και κοινωνικής συνοχής που διαφέρουν από τους σκοπούς που επιδιώκουν οι διατάξεις που απονέμουν στους υπαλλήλους καθαρώς χρηματικά πλεονεκτήματα, εν είδει συμπληρώματος του μισθού, όπως, για παράδειγμα, το επίδομα στέγης του συντρόφου του υπαλλήλου που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ δεν είναι επομένως παράλογο η χορήγηση των εν λόγω πλεονεκτημάτων να υπόκειται σε αυστηρότερες προϋποθέσεις, όσον αφορά τη σχέση μεταξύ του υπαλλήλου και του συντρόφου του μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης, συγκριτικά με το πλεονέκτημα της υπαγωγής του συντρόφου αυτού στο ΣΥΑ.

50
Συνεπώς, το Δικαστήριο ΔΔ κρίνει ότι η σύντροφος του προσφεύγοντος μπορεί, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 72 του ΚΥΚ και του άρθρου 12 της κοινής ρύθμισης, να υπαχθεί στο ΣΥΑ στο οποίο εμπίπτουν η-ο «σύντροφος μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης υπαλλήλου» και η-ο «αναγνωρισμένη-ος σύντροφος σχέσης συμβίωσης της-του άμεσα ασφαλισμένης-ου».

51
Τα αντίθετα επιχειρήματα που επικαλείται η Επιτροπή δεν μπορούν να καταρρίψουν την άποψη αυτή.

Απόφαση δικαστηρίου της Ε.Ε Ε'

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
(πρώτο τμήμα)
της 27ης Νοεμβρίου 2007 (*)


Η απόφαση λόγω του μεγέθους της χωρίστηκε σε πέντε συνολικά αναρτήσεις, βρίσκεστε στο Ε' μέρος.


52 Τούτο ισχύει, μεταξύ άλλων, ως προς το επιχείρημα κατά το οποίο υπάγονται στο ΣΥΑ αποκλειστικώς οι σχέσεις συμβίωσης που «μπορούν να εξομοιωθούν» με τον γάμο, επιχείρημα που αντλεί η Επιτροπή από ερμηνεία των εφαρμοστέων κανόνων η οποία δεν λαμβάνει υπόψη της όχι μόνον το γράμμα των κανόνων αυτών, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται και τους σκοπούς που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία υπάγονται. Το Δικαστήριο ΔΔ, κρίνοντας ότι η ερμηνεία αυτή υπερισχύει έναντι της καθαρώς γραμματικής ερμηνείας, δεν αντιλαμβάνεται γιατί θα είχε ως αποτέλεσμα τη μη υπαγωγή του συντρόφου του προσφεύγοντος στο ΣΥΑ. Αντιθέτως, το Δικαστήριο ΔΔ, ακολουθώντας ακριβώς τη στηριζόμενη σε πάγια νομολογία (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Νοεμβρίου 1983, 292/82, Συλλογή 1983, σ. 3781, σκέψη 12, απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 14ης Δεκεμβρίου 2006, F 10/06, André κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 35) ερμηνευτική μέθοδο που προτείνει η Επιτροπή, χωρίς να αρκεστεί στο περιεχόμενο της βεβαίωσης της πρεσβείας των Κάτω Χωρών στο Λουξεμβούργο, επέλεξε να εξετάσει, με τις σκέψεις 42 έως 46 της παρούσας απόφασης, την ουσία της επίμαχης σχέσης συμβίωσης και αποφάνθηκε ότι παρουσιάζει ομοιότητες με τον γάμο, οι οποίες καθιστούν δυνατή την εφαρμογή του άρθρου 72 του ΚΥΚ υπέρ της συντρόφου του προσφεύγοντος, παρά το γεγονός ότι στην οικεία εθνική έννομη τάξη υπάρχει ένα άλλο είδος καταχωρημένης σχέσης συμβίωσης που προσομοιάζει ακόμη περισσότερο με τον γάμο και εμπίπτει ευθέως στο εν λόγω άρθρο. Αντιθέτως, στο μέτρο που το επιχείρημα της ομοιότητας μεταξύ σχέσης συμβίωσης και γάμου θα υπερέβαινε την απαίτηση των στοιχείων ομοιότητας που έγιναν δεκτά στην προκειμένη περίπτωση (βλ. σκέψη 36 και, για κάθε επιμέρους στοιχείο από αυτά, σκέψεις 38, 39 και 40 έως 47 της παρούσας απόφασης), η αποδοχή του επιχειρήματος αυτού θα σήμαινε την απαίτηση μιας επιπλέον προϋπόθεσης που δεν υπάρχει στο γράμμα του άρθρου 72 του ΚΥΚ.

53 Στο ίδιο πλαίσιο, πρέπει να απορριφθεί και το επιχείρημα της Επιτροπής που αντλείται από τη φράση του άρθρου 72 του ΚΥΚ «αντιμετωπίζεται ως σύζυγος», κατά το οποίο ο όρος «αντιμετωπίζεται» πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καλύπτει τους συντρόφους σχέσης συμβίωσης που «μπορούν να εξομοιωθούν» στην ουσία με τους συζύγους και αποτελεί έτσι προϋπόθεση προκειμένου ο σύντροφος μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης υπαλλήλου να υπαχθεί στο ΣΥΑ. Η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, και κατ’ αναλογία με αυτό που γίνεται δεκτό για την εφαρμογή άλλων διατάξεων του ΚΥΚ (όπως, για παράδειγμα, του άρθρου 2, παράγραφος 4, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, βάσει του οποίου δύναται να «εξομοιωθεί» προς συντηρούμενο τέκνο κάθε πρόσωπο, έναντι του οποίου ο υπάλληλος έχει νομίμους υποχρεώσεις διατροφής και του οποίου η συντήρηση συνεπάγεται για αυτόν σημαντική επιβάρυνση), η φράση «αντιμετωπίζεται ως σύζυγος» του άρθρου 72 του ΚΥΚ πρέπει απλώς να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο σύντροφος μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης και ο σύζυγος υπαλλήλου πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο ως προς την υπαγωγή τους στο ΣΥΑ, αφ’ ης στιγμής πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.

54 Εξάλλου, όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής κατά το οποίο η παραπομπή του άρθρου 72 του ΚΥΚ στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στις προϋποθέσεις i έως iii της τελευταίας αυτής διάταξης, αλλά εκτείνεται και στην εισαγωγική περίοδό της που αναφέρεται στην απαίτηση καταχώρησης, διαπιστώνεται ότι, και αληθούς υποτιθεμένης της ερμηνείας αυτής της παραπομπής του άρθρου 72 του ΚΥΚ, οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος πρέπει εντούτοις να γίνουν δεκτοί. Πράγματι, στην προκειμένη περίπτωση, όπως επισήμανε ο προσφεύγων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η σύμβαση συμβίωσης καταρτίστηκε ενώπιον συμβολαιογράφου, ήτοι ενώπιον δημόσιου λειτουργού επιφορτισμένου με την άσκηση δημόσιας εξουσίας. Το έγγραφο αυτό, λόγω του συμβολαιογραφικού του τύπου, «επισημοποιήθηκε», τρόπον τινά, και απέκτησε, ως εκ τούτου, ορισμένα χαρακτηριστικά των δημοσίων εγγράφων που είναι γνωστά στα εθνικά δίκαια, όπως η βεβαίωση τόσο της συναίνεσης και του γνησίου της υπογραφής των μερών όσο και του περιεχομένου της σύμβασης. Τα χαρακτηριστικά αυτά διευκολύνουν όχι μόνον την τήρηση και την εκτέλεση της σύμβασης συμβίωσης μεταξύ των συντρόφων, αλλά καθιστούν επίσης δυνατή την επέκταση των αποτελεσμάτων της σύμβασης συμβίωσης έναντι των τρίτων πράγματι, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν φυλλάδιο της ολλανδικής διοίκησης (βλ. σκέψη 45 της παρούσας απόφασης), τρίτοι, όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία, μπορούν να εξαρτήσουν την αναγνώριση της σύμβαση συμβίωσης από την τήρηση της προϋπόθεσης, η σύμβαση αυτή να έχει καταρτιστεί ενώπιον συμβολαιογράφου. Επομένως, και αν υποτεθεί ως αναγκαία η προϋπόθεση της καταχώρησης, η προϋπόθεση αυτή, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, δεν απαιτεί τη σύναψη ενός geregistreerd partnerschap, αφού ο συμβολαιογραφικός τύπος ικανοποιεί τις απαιτήσεις του κειμένου.

55 Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, ο προσφεύγων δεν ήταν υποχρεωμένος να αποδείξει την ύπαρξη ενός geregistreerd partnerschap μεταξύ αυτού και της συντρόφου του προκειμένου η σύντροφός του να υπαχθεί στο ΣΥΑ.

56 Επιπλέον, το Δικαστήριο ΔΔ κρίνει ότι η άποψη της Επιτροπής ως προς την απαίτηση σύμβασης υπό μορφήν geregistreerd partnerschap του ολλανδικού δικαίου θα μπορούσε να οδηγήσει σε διάκριση. Πράγματι, δεδομένου ότι πλείονα κράτη δεν αναγνωρίζουν παρόμοιες με το geregistreerd partnerschap μορφές ένωσης, η απαίτηση της Επιτροπής να υπάρχει «καταχωρημένη» σχέση συμβίωσης αυτού του τύπου, θα συνεπαγόταν, για τα μη έγγαμα ζεύγη, που, λόγω, μεταξύ άλλων, τόσο του τόπου κατοικίας τους όσο και της ιθαγένειας των συντρόφων, έχουν στενότερους δεσμούς με τα κράτη αυτά, την οριστική μη υπαγωγή της-του συντρόφου μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης του υπαλλήλου στο ΣΥΑ. Αντιστρόφως, αν υποτεθεί ότι η Επιτροπή δέχεται για τα ζεύγη αυτά τις σχέσεις συμβίωσης που συνάπτονται με συμβάσεις συμβίωσης, η άρνησή της να αναγνωρίσει τις «απλές» συμβάσεις συμβίωσης για τα ζεύγη που έχουν στενότερους δεσμούς, κατά την ανωτέρω έννοια, με τα κράτη που αναγνωρίζουν διαφορετικές από τον γάμο ή την «καταχωρημένη» σχέση συμβίωσης μορφές ένωσης, θα οδηγούσε σε διάκριση εις βάρος των ζευγαριών αυτών• πράγματι, για τα ζεύγη αυτά, η επέκταση της δυνατότητας υπαγωγής της-του συντρόφου στο ΣΥΑ δεν θα γινόταν δεκτή, ενώ θα επιτρεπόταν για τα ζεύγη που έχουν δεσμούς, κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, με τα κράτη που δεν αναγνωρίζουν «καταχωρημένες» σχέσεις συμβίωσης. Οι διακρίσεις αυτές θα δικαιολογούνταν ακόμη δυσκολότερα προκειμένου περί σχέσεων συμβιώσεως που δεν έχουν «καταχωρηθεί» κατά την έννοια που υποστηρίζει η Επιτροπή, αλλά, εντούτοις, παρουσιάζουν περισσότερες ομοιότητες με τον γάμο συγκριτικά με το geregistreerd partnerschap του ολλανδικού δικαίου. Εξάλλου, αν και αληθεύει ότι, κατά τη νομολογία, τα άρθρα 12 ΕΚ, 39 ΕΚ, 43 ΕΚ και 49 ΕΚ, απαγορεύοντας σε κάθε κράτος μέλος να συναρτά τον τρόπο εφαρμογής του δικαίου του προς την ιθαγένεια, δεν αφορούν τις διαφορές μεταχειρίσεως που ενδέχεται να προκύπτουν μεταξύ των κρατών μελών από τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ των νομοθεσιών των διαφόρων κρατών μελών, εφόσον οι νομοθεσίες αυτές εφαρμόζονται σε όλα τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια και ασχέτως της ιθαγένειάς τους (βλ., σχετικώς, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 1978, 1/78, Kenny, Συλλογή τόμος 1978, σ. 461, σκέψη 18• της 7ης Μαΐου 1992, C 251/90 και C 252/90, Wood και Cowie, Συλλογή 1992, σ. Ι-2873, σκέψη 19• της 3ης Ιουλίου 1979, 185/78 έως 204/78, Van Dam en Zonen κ.λπ., Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 143, σκέψη 10, και της 1ης Φεβρουαρίου 1996, C 177/94, Perfili, Συλλογή 1996, σ. 161, σκέψη 17), διακρίσεις, όπως αυτές που διαπιστώνονται στην παρούσα σκέψη, δεν εμπίπτουν στη νομολογία αυτή• πράγματι, αφενός, και αντιθέτως προς την προϋπόθεση στην οποία στηρίζεται η εν λόγω νομολογία, η διάκριση που επισημαίνεται στην παρούσα σκέψη οφείλεται στην ιθαγένεια των ενδιαφερομένων και στον τόπο κατοικίας τους, κριτήριο που συχνά καλύπτει το κριτήριο της ιθαγένειας, αφετέρου, στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η προπαρατεθείσα νομολογία το ζήτημα της διάκρισης ετίθετο αναφορικά με τους κανόνες της ελεύθερης κυκλοφορίας, ενώ, στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται περί της εγγυήσεως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων ως αρχής του δικαίου της κοινοτικής δημόσιας διοίκησης.

57 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι λόγοι ακυρώσεως του προσφεύγοντος που αντλούνται από παράβαση του άρθρου 72 του ΚΥΚ, του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, σημείο i, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ και του άρθρου 12 της κοινής ρύθμισης και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως, οι οποίοι άλλωστε, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, αορίστως προβάλλονται ενώ, κατά τα λοιπά, ορισμένοι λόγοι ουδόλως αναπτύσσονται.

58 Πράγματι, η ερμηνεία που υιοθέτησε το Δικαστήριο ΔΔ σχετικά με το άρθρο 72 του ΚΥΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, σημείο i, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ και το άρθρο 12 της κοινής ρύθμισης, ενδέχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να οδηγήσει τις υπηρεσίες, στις οποίες υποβάλλονται αιτήσεις για την υπαγωγή στο ΣΥΑ της-του συντρόφου μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης υπαλλήλου, σε έρευνες και επαληθεύσεις, ενώ ο κοινοτικός νομοθέτης, με τον κανονισμό 723/2004, θέλησε να απλοποιήσει τις διοικητικές διαδικασίες των οργάνων. Πάντως, ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται, σε μεγάλο βαθμό, με τους νέους κανόνες περί αποζημιώσεων και επιδομάτων, μοναδικοί τομείς στους οποίους αναφέρεται ως προς την απλοποίηση ο κανονισμός 723/2004, στην αιτιολογική του σκέψη 26, και οι οποίοι, άλλωστε, όχι μόνο διακρίνονται από την επέκταση της δυνατότητας υπαγωγής στο ΣΥΑ, αλλά και είναι λιγότερο ευαίσθητοι κοινωνικά από τη δυνατότητα αυτή (βλ, σχετικώς, σκέψη 49 της παρούσας απόφασης). Εξάλλου, ο σκοπός της απλοποίησης πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να συνάδει με τις ανώτερες αρχές του δικαίου και τους κανόνες του ΚΥΚ οι δυσκολίες που μπορούν να ανακύψουν για τις διοικήσεις, από την ερμηνεία που έγινε δεκτή στην προκειμένη περίπτωση, αποτελούν απόρροια αποκλειστικώς της εφαρμογής από το Δικαστήριο ΔΔ των εν λόγω αρχών και κανόνων προκειμένου να καθορίσει το ακριβές περιεχόμενο του όρου «σύντροφος μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης» του άρθρου 72 του ΚΥΚ.

Επί των δικαστικών εξόδων

59 Σύμφωνα με το άρθρο 122 του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου ΔΔ που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 29ης Αυγούστου 2007 (ΕΕ L 225, σ. 1), οι διατάξεις του εν λόγω κανονισμού σχετικά με τα έξοδα και τις δικαστικές δαπάνες εφαρμόζονται μόνον επί των εισαγομένων ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ υποθέσεων και τούτο από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος κανονισμού, ήτοι από την 1η Νοεμβρίου 2007. Επί των εκκρεμών ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ πριν από την ανωτέρω ημερομηνία υποθέσεων εξακολουθούν να εφαρμόζονται mutatis mutandis οι συναφείς επί του θέματος διατάξεις του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
60 Σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Η Επιτροπή που ηττήθηκε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (πρώτο τμήμα)
αποφασίζει:

1) Ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 28ης Φεβρουαρίου 2006 που επιβεβαιώθηκε στις 20 Μαρτίου 2006, με την οποία δεν αναγνωρίζεται η σχέση συμβίωσης του Anton Pieter Roodhuijzen με τη Maria Helena Astrid Hart ως μη έγγαμη σχέση συμβίωσης στο πλαίσιο του συστήματος υγειονομικής ασφάλισης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

2) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
Kreppel, Ταγαράς, Gervasoni

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Νοεμβρίου 2007.

Η Γραμματέας W. Hakenberg Ο Πρόεδρος H. Kreppel

1 Νοε 2008

Ορκοδοσία

Δηλώνω στην τιμή και στη συνείδησή μου

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου εξέτασε πρόσφατα την υπόθεση Αλεξανδρίδη κατά Ελλάδος και έκρινε ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Ο προσφεύγων δεν επιθυμούσε να δώσει τον θρησκευτικό όρκο για να πάρει τη δικηγορική άδεια και αναγκάστηκε να αποκαλύψει ενώπιον δικαστηρίου ότι δεν ήταν ορθόδοξος χριστιανός. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης περιλαμβάνει την ελευθερία επιλογής, διατήρησης, αλλαγής ή εγκατάλειψης μιας συγκεκριμένης θρησκείας, καθώς και της επιλογής ή εγκατάλειψης της θρησκείας εν γένει, της αθρησκείας ή της αθεΐας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η θρησκευτική ελευθερία «είναι ένα από τα πιο βασικά στοιχεία για την ταυτότητα των πιστών και τις αντιλήψεις τες για τη ζωή, αλλά είναι επίσης πολύτιμη για τις άθεες, τις αγνωστικίστριες, τις σκεπτικίστριες και τις αδιάφορες». Κατοχυρώνεται ακόμα το δικαίωμα να διατηρεί κάποια μυστικές τις θρησκευτικές πεποιθήσεις της και να μη δίνει σε κανέναν λόγο για το είδος και τον αριθμό των θρησκειών τις οποίες πρεσβεύει ή την εκκλησία και τη θρησκεία στην οποία ανήκει. Με βάση τα ανωτέρω δεν μπορεί να θεωρηθεί συνταγματικά επιτρεπτή η επιβολή της υποχρέωσης δήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων κατά την ορκοδοσία.
Για τους λόγους αυτούς, η Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (και άλλοι φορείς) έχει επανειλημμένα προτείνει την κατάργηση του θρησκευτικού όρκου και την αντικατάστασή του από τον πολιτικό, όπου προβλέπεται ορκοδοσία. Ενδεικτικά: το άρθρο 408 (όρκος μάρτυρα) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας να αντικατασταθεί ως εξής: Πριν εξετασθεί, η μάρτυρας οφείλει να δώσει τον ακόλουθο όρκο: «Δηλώνω στην τιμή και στη συνείδησή μου ότι θα πω όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, χωρίς να προσθέσω ούτε να κρύψω τίποτε».
Εντέλει, γιατί καλείται μια μάρτυρας ενώπιον του δικαστηρίου; Καλείται για να προσφέρει όσα γνωρίζει για την εκδικαζόμενη υπόθεση. Με τον όρκο διαβεβαιώνει προκαταβολικά το δικαστήριο πως θα πει την αλήθεια και θα ανταποκριθεί στη σπουδαιότητα της διαδικασίας. Όμως, ποιο τεκμήριο ειλικρίνειας και εντιμότητας οποιασδήποτε χρειάζεται ένα φιλελεύθερο δημοκρατικό κράτος, αν όχι την επίκληση της ιδιότητας του υπεύθυνου μέλους του συνόλου, της πολίτισας με την πιο ευρεία και βαθιά έννοια του όρου; Με αυτή την ιδιότητα συμμετέχει στη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης, όχι με την ιδιότητα της πιστής (ή της μη πιστής).

ΥΓ: Ειδικότερες ημών υποστηρίζουν ότι η ορκοδοσία απαγορεύεται από τη χριστιανική θρησκεία, με βάση χωρία από το Ευαγγέλιο, τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας και Εγκύκλιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Άρα, όταν ορκίζονται οι ορθόδοξες χριστιανές ενεργούν κατά τρόπο που παραβιάζει τις επιταγές της θρησκείας τες και τη θρησκευτική τες συνείδηση. Κατά συνέπεια, μολονότι αποτελούν την πλειονότητα, θίγονται εξίσου από την υποχρεωτικότητα του θρησκευτικού όρκου, καθώς για να τον αποφύγουν θα έπρεπε να δηλώσουν ετερόδοξες.


Το άρθρο το βρήκαμε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 23.6.2008
Γράφτηκε από τον Κωστή Παπαϊωάννου που είναι πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

31 Οκτ 2008

Σεξουαλική υγεία και ΣΜΝ

Σεξουαλική Υγεία Αμφισεξουαλικές-Λεσβίες

Χρήσιμες γενικές πληροφορίες για
πρακτικές προφύλαξης

1. Στο στοματικό έρωτα κυρίως αν έχει η συντρόφισα μας περίοδο χρησιμοποιούμε Dental dam. (Λάτεξ που πωλείται στα καταστήματα οδοντιατρικών ειδών).

2. Αν χρησιμοποιούμε σεξουαλικά αντικείμενα τα καθαρίζουμε με χλιαρό νερό και σαπούνι και τα αποστειρώνουμε μετά την χρήση τους με απολυμαντικά-αντισυπτικά προϊόντα.
Αν ντρεπόμαστε, ζητάμε από την φαρμακοποιό να μας δώσει κάποιο προϊόν για απολύμανση των ευαίσθητων περιοχών. Αποφεύγουμε ότι έχει ιώδιο, το πράσινο σαπούνι είναι ένα πολύ καλό απόλυμαντικό-αποστηρωτικό μέσον. Το οινόπνευμα και το ιώδιο "καίει" το δέρμα ή το λάτεξ. Τέλος αφού τα ξεπλύνουμε, τα αφήνουμε να στεγνώσουν (δεν τα σκουπίζουμε). Αν μοιραζόμαστε σεξουαλικά αντικείμενα με την συντρόφισα ή τις συντρόφισές μας, χρησιμοποιούμε διαφορετικά προφυλακτικά για κάθε διείσδυση (κολπική, πρωκτική). Το γυναικείο προφυλακτικό μπορεί να μας προστατεύσει καλύτερα και για όσο διαρκέσει η σεξουαλική επαφή μας επειδή μπορεί να παραμείνει στον κόλπο ή τον πρωκτό για όσο χρόνο επιθυμούμε. Ενισχυτικά μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε προφυλακτικό και στα σεξουαλικά αντικείμενα.

3. Αποφεύγουμε το πέρασμα υγρών από την κολπική περιοχή στην πρωκτική και το αντίστροφο. Σκουπιζόμαστε και πλενόμαστε με φορά από εμπρός προς τα πίσω κάθε φορά που ουρούμε, αφοδέυουμε και μετά από την σεξουαλική επαφή. Αλλάζουμε προφυλακτικό ή γάντια κάθε φορά που αλλάζουμε περιοχή διείσδυσης. Η ουρολοίμωξη είναι συνήθης μόλυνση αν δεν αλλάζουμε προφυλακτικό ή γάντια κάθε φορά που αλλάζουμε
περιοχή διείσδυσης.

4. Εάν δεν υπάρχει ιατρική συμβουλή αποφεύγουμε την κολπική πλύση είτε με το τηλέφωνο του ντους ή με το γυναικολογικό πουάρ (προτιμούμε πουάρ εντεροκλίσματος), επειδή ο κόλπος αυτο-προστατεύεται. Αποφεύγουμε την κατάχρηση των κολπικών πλύσεων, 1-2 φορές το μήνα είναι αρκετές. Η υγρή καλέντουλα ή το τσάι είναι βιολογικά αντισυπτικά.

5. Τα πρόσφατα τρυπήματα στα γεννητικά όργανα, στο στήθος ή στη γλώσσα μπορούν να ματώσουν για πολλές ημέρες, συνιστάται σεξουαλική προφύλαξη κατά την διάρκεια της επούλωσής τους.

6. Σε κάθε σεξουαλική επαφή χρησιμοποιούμε λιπαντικά υγρά που η βάση τους είναι το νερό καθώς και γάντια λατέξ.

7. Ο συνδυασμός πούδρας-ταλκ με λατέξ μπορεί να προκαλέσει αλλεργίες. Είναι προτιμότερο να χρησιμοποιούμε γάντια χωρίς πούδρα.

Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα ΣΜΝ.
MΥΚΗΤΕΣ (champignons)
Οι μυκητιάσεις οφείλονται σε μύκητες που υπάρχουν στο σώμα και οι όποιοι αναπτύσσονται κάτω από ορισμένες συνθήκες. Η μετάδοση τους είναι πιθανή κατά την διάρκεια σεξουαλικής επαφής: διείσδυση με το χέρι, ανταλλαγή σεξουαλικών αντικειμένων κατά το στοματικό, κολπικό ή πρωκτικό σεξ.

Βακτηρίδια
Χλαμύδια:
Η μετάδοση γίνεται αποκλειστικά με σεξουαλική επαφή χωρίς προφύλαξη και με την ανταλλαγή σεξουαλικών αντικειμένων. Συχνά δεν υπάρχουν συμπτώματα στην αρχή, και όταν υπάρχουν δεν είναι συγκεκριμένα: χάσιμο κολπικών υγρών, κάψιμο κατά την διάρκεια της ούρησης, πυρετός, πόνος στη κοιλιακή χώρα.
Υπάρχει κίνδυνος στειρότητας αν δεν γίνει αγωγή. Η ανίχνευση γίνεται με ανάλυση ούρων ή με δειγματοληψία κολπικών υγρών.
Η αγωγή γίνεται με αντιβιοτικά, από το στόμα ή με ένεση.

Γονόκοκος (βλενόρροια)
Η μετάδοση γίνεται με την εναλλαγή ούρων, αποκλειστικά με σεξουαλική επαφή χωρίς προφύλαξη και με την ανταλλαγή σεξουαλικών αντικειμένων. Παρουσιάζει άτονα συμπτώματα στην αρχή και εντονότερα στη συνέχεια με εκροή κολπικών υγρών, κάψιμο κατά την διάρκεια της ούρησης, πυρετό, πόνο στη κοιλιακή χώρα.
Η ανίχνευση γίνεται με την εξέταση κολπικών υγρών και η αγωγή γίνεται με αντιβιοτικά από το στόμα ή με ένεση.

Τριχομονάδες

Η μετάδοση γίνεται με κοινή χρήση των ειδών ατομικής υγιεινής (πετσέτες, σφουγγάρι μπάνιου), με σεξουαλική επαφή, ανταλλαγή σεξουαλικών αντικειμένων. Τα συμπτώματα είναι έντονη εκροή υγρών με την μορφή αφρού, έντονη- ιδιαίτερη οσμή, κάψιμο-φαγούρα στο κόλπο και πόνος κατά την διάρκεια της σεξουαλικής επαφής.
Η ανίχνευση γίνεται με εξέταση κολπικών υγρών και θεραπεύεται με αντι-παρασιτολογική αγωγή.

Βακτηριδιακή κολπίτιδα-Gardnerella vaginalis -Καντιντίαση (κολπική):
Στις περισσότερες περιπτώσεις η μετάδοση δεν οφείλεται σε σεξουαλική επαφή. Μεταξύ γυναικών μεταδίδεται με ανταλλαγή κολπικών υγρών (αιδοίο με αιδοίο, ανταλλαγή σεξουαλικών αντικειμένων, τέλος με κοινό-αμοιβαίο αυνανισμό). Τα πιο συνήθη συμπτώματα είναι: εκροή κολπικών υγρών (χρώματος γκρί ή καφέ) συχνά με έντονη- ιδιαίτερη οσμή και φαγούρα. Η ανίχνευση γίνεται με εξέταση κολπικών υγρών και θεραπεύεται με αντι-παρασιτολογικη αγωγή.

Σύφιλη:
Η σύφιλη είναι ένα σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα που οφείλεται στο μικρόβιο ωχρά σπειροχαίτη. Η ωχρά σπειροχαίτη εισέρχεται στον οργανισμό από τις βλεννογόνους ή από επιπόλαιους τραυματισμούς του δέρματος, πολλαπλασιάζεται στο σημείο εισόδου όπου δημιουργεί έλκος το λεγόμενο συφιλιδικό έλκος και εν συνεχεία μεταδίδεται στους λεμφαδένες, μετά στο κυκλοφορικό σύστημα και τελικά σε όλο τον οργανισμό.

Υπάρχουν τρία στάδια της σύφιλης. Πρώτα, εμφανίζεται μια μεγάλη ανοικτή πληγή, που ονομάζεται πρωτοπαθές έλκος. Είναι ανώδυνο και σχηματίζεται στο σημείο που είχατε πρώτα επαφή με το βακτηρίδιο της σύφιλης.
Περίοδος επώασης: μια εβδομάδα μέχρι τρεις μήνες, κατά μέσο όρο τρεις βδομάδες πριν δείτε οποιοδήποτε σύμπτωμα. Η επίκτητη σύφιλη μεταδίδεται από πρόσωπο σε πρόσωπο με την σεξουαλική επαφή και διακρίνεται στα εξής στάδια: Πρωτογόνος σύφιλη, Δευτερογόνος σύφιλη, Λανθάνουσα σύφιλη, Τριτογόνος σύφιλη.

ΙΟΙ
Έρπης:
Υπάρχει σε δύο μορφές. Α) ο χειλικός έρπης και Β) ο έρπης των γεννητικών οργάνων. Οι δύο αυτοί ιοί μεταδίδονται πολύ εύκολα με μια απλή απτική επαφή ή κατά την σεξουαλική επαφή μεταξύ των βλεννογόνων. Με το φιλί στο στόμα, στοματικό σεξ, αιδοίο με αιδοίο και την ανταλλαγή σεξουαλικών αντικειμένων χωρίς προφύλαξη. Η μετάδοση είναι δυνατή από την ημέρα έξαρσης μέχρι και δύο εβδομάδες μετά την επούλωση. Στην διάρκεια αυτής της περιόδου μπορεί να υπάρχει αναζωπύρωση των ιών. Δεν υπάρχει πλήρης ίαση υπάρχουν όμως θεραπείες που περιορίζουν την συχνότητα και την ένταση των εξάρσεων.

Κονδυλώματα papillomavirus- HPV:
Μεταδίδονται με την επαφή των βλεννογόνων. Μπορεί να είναι κονδυλώματα του αιδοίου αλλά επίσης ιώδης λοίμωξη του τραχήλου της μήτρας που μπορεί να εξελιχθεί σε δυσπλασία και σε καρκίνο της μήτρας. Ο καυτηριασμός είναι η συνήθης μέθοδος καταστροφής των κονδυλωμάτων, παρ’ όλα αυτά ο ιός παραμένει στον οργανισμό.
Η δυσπλασία είναι κυτταρικές μεταλλάξεις που πιθανά να εξελιχθούν σε καρκίνο.
Τα κονδυλώματα εμφανίζονται:
Αιδοίο, κόλπο, περιπρωκτική χώρα, βουβωνική χώρα, τράχηλο της μήτρας.
Σοβαρές επιφυλάξεις διατηρούμε για το προληπτικό εμβόλιο με βάση τα άρθρα που έχουν γραφτεί. Πριν αποφασίσουμε οποιαδήποτε θεραπεία καλό είναι να διασταυρώσουμε πολλές ιατρικές απόψεις.

Ηπατίτιδα Α (VHA): η πλειοψηφία των περιπτώσεων μόλυνσης του ιού δεν είναι με την σεξουαλική επαφή αλλά από τις κακές συνθήκες υγιεινής των τροφίμων. Η ηπατίτιδα Α βρίσκεται μέσα στα κόπρανα και το σάλιο. Ο ιός μπορεί εύκολα να μεταδοθεί με επαφή στόματος και πρωκτού χωρίς προφύλαξη και ορισμένες φορές από το φιλί.
Τα πιο συνηθισμένα συμπτώματα είναι: πυρετός, ναυτίες, χλόμιασμα, κούραση, διάρροιες, σκουρόχρωμα ούρα, άχρωμα κόπρανα και απώλεια βάρους.
Δεν υπάρχει αγωγή για την θεραπεία της ηπατίτιδας Α (VHA). Μετά από κάποιες εβδομάδες οργανισμός αυτό-θεραπεύεται. Υπάρχει προληπτικό εμβόλιο το οποίο πωλείται στα φαρμακεία.

Ηπατίτιδα Β (VHB): o ιός της ηπατίτιδας Β είναι συχνά μόλυνση μη σεξουαλική, συναντιέται συχνά στις περιπτώσεις ενδημίας ή σε άτομα που εκτίθενται συχνά σε αιματοληψίες, ανταλλαγή συριγγών και στο νοσηλευτικό προσωπικό. Ο ιός μπορεί να μεταδοθεί επίσης κατά την διάρκεια σεξουαλικών επαφών χωρίς προφύλαξη. Υπάρχει στις σεξουαλικές εκκρίσεις και το σάλιο.
Τα πιο συνηθισμένα συμπτώματα είναι: χλόμιασμα στο δέρμα και στα μάτια, σκουρόχρωμα ούρα σε αντίθεση με τα κόπρανα που γίνονται ανοιχτόχρωμα. Τα συμπτώματα αυτά συνοδεύονται από μεγάλη κούραση και πυρετό.
Το 80% των περιπτώσεων ο ιός είναι ιάσιμος. Το 20% ο ιός εξακολουθεί να καταστρέφει το ήπαρ και μπορεί να προκαλέσει μακροπρόθεσμα κύρωση ή καρκίνο του ήπατος. Υπάρχει προληπτικό εμβόλιο και συνιστάται σε πρόσωπα που εκτίθενται συχνά σε κίνδυνο.

Aids hiv
: οι περισσότερες λεσβίες στην Ελλάδα πιστεύουμε άδικα ότι δεν είμαστε εκτεθειμένες στον ιό εξ’ αιτίας του σεξουαλικού προσανατολισμού μας. Η μόλυνση από τον ιό είναι σπάνια μεταξύ των λεσβιών αλλά όχι ανύπαρκτη. Μπορεί να μεταδοθεί κατά την διάρκεια σεξουαλικής επαφής χωρίς προφύλαξη με μια γυναίκα αμφισεξουαλική ή ετεροσεξουαλική. Η άγνοια για τις σεξουαλικές πρακτικές της συντρόφισσας μας και για τις πρώην συντρόφισσές της είναι ένας ακόμη λόγος για σεξ με προφύλαξη.

Αμφισεξουαλικές, λεσβίες ... πόσες από τις γυναίκες...

Είχαν ή έχουν σεξουαλικές επαφές με άντρες (με την θέλησή τις ή με την βία);
Έκαναν ή κάνουν χρήση ενδοφλέβιων ουσιών;
Έκαναν ή κάνουν υποβοηθούμενη γονιμοποίηση (από μη ελεγχόμενο δότη);
Έκαναν ή κάνουν μεταγγίσεις αίματος

ΑΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΤΟ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ!!!

Η ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΜΑΣ ΔΕΝ ΜΑΣ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙ

Υπάρχει το ιατρικό απόρρητο. Για να μην παθαίνουμε και μετά μαθαίνουμε ρωτάμε την γιατρίνα και δεν κάνουμε του κεφαλιού μας, ούτε συμβουλευόμασε άλλες πιο "έμπειρες". Κάθε σώμα έχει τη δική του ιδιαίτερη ιδιοσυστασία ας το σεβαστούμε. Το ασφαλέστερο σεξ, η προφύλαξη, οι τακτικές εξετάσεις και η ατομική υγιεινή θα εμποδίσουν σε μεγαλύτερα ποσοστά, μολύνσεις ή νόσους που μπορεί να μας ταλαιπωρήσουν ίσως και για όλη μας την ζωή. Ευχαριστούμε τη Μαργαρίτα για την μετάφραση μέρους του κειμένου. Ευαγγελία Βλάμη