8 Μαρ 2016

ΕΔΑΔ υπόθεση των Oliari και λοιπών κατά Ιταλίας 11

(iii) Ευρωπαϊκό Κέντρο για το Νόμο και τη Δικαιοσύνη (ECLJ)

149. Το ECLJ φοβόταν ότι αν το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα λεσβιακά ζευγάρια είχαν δικαίωμα αναγνώρισης με τη μορφή πολιτικής ένωσης, το επόμενο θέμα θα ήταν ποια είναι τα δικαιώματά που θα επισυνάπτονται σε μια τέτοια ένωση, ιδίως σε σχέση με την αναπαραγωγή. Σημείωσε ότι στην υπόθεση Βαλλιανάτος, το Δικαστήριο δεν είχε καθιερώσει μια τέτοια υποχρέωση, αλλά μόνο έκρινε πως το να παρέχεται στις ενώσεις ετερό ζευγαριών, αλλά όχι στα λεσβιακά ζευγάρια οδηγεί σε διακρίσεις. Προκύπτει λοιπόν ότι το Δικαστήριο δεν μπορούσε να βρει μια παραβίαση στην παρούσα υπόθεση.

150. Κατά την άποψή του ECLJ, το Άρθρο 8 δεν υποχρεώνει της Χώρες να παρέχουν ένα νομικό πλαίσιο πέρα από αυτό του γάμου για τη διαφύλαξη της οικογενειακής ζωής. Θεώρησε ότι η οικογενειακή ζωή αφορά κυρίως τις σχέσεις μεταξύ των παιδιών και των γονέων τους. Σημείωσε ότι πριν από την απόφαση Schalk και Kopf το Δικαστήριο χρησιμοποιήθηκε ώστε να θεωρηθεί ότι η απουσία του γάμου ήταν μόνο η ύπαρξη ενός παιδιού που έφερνε στο προσκήνιο την έννοια της οικογένειας (αναφέρθηκε στην υπόθεση Johnston και άλλες-οι κατά Ιρλανδίας, 18 Δεκεμβρίου 1986, Σειρά Α, αριθ. 112, και στην υπόθεση Elsholz κατά Γερμανίας [GC], αριθ. 25735/94, EΔΑΔ 2000-VIII).

Αυτό ήταν σύμφωνο με τα διεθνή όργανα και τη Σύμβαση. Θεώρησε πως οποιαδήποτε αναγνώριση που δίνεται σε ένα ζευγάρι από την κοινωνία εξαρτάται από τη συμβολή του ζευγαριού στο κοινό καλό μέσω ίδρυσης οικογένειας, και σίγουρα όχι με βάση το ότι το ζευγάρι είχε αισθήματα η μία-ένας για την άλλη-ον, ότι είναι ένα θέμα που αφορά την ιδιωτική ζωή και μόνο.

151. Το Κέντρο, παρεμβαίνοντας, σημείωσε ότι το Άρθρο 8 § 2 θέτει όρια για την προστασία της οικογενειακής ζωής από το κράτος. Αυτά τα όρια δικαιολόγησαν την άρνηση της Χώρας να αναγνωρίσει ορισμένες οικογένειες, όπως οι πολύγαμες ή οι αιμομικτικές. Κατά την άποψή του, το Άρθρο 8 δεν παρέχει την υποχρέωση να δώσει σε άγαμα ζευγάρια καθεστώς-status ισοδύναμο με αυτό των εγγάμων. Αυτό ήταν ένα θέμα που πρέπει να ρυθμίζεται από τις Χώρες και όχι από την Σύμβαση.

Ούτε θα μπορούσε η συγκατάθεση των Χωρών να υποτεθεί μέσω της υιοθέτησης της σύστασης (2010)5 της Επιτροπής του Υπουργικού Συμβουλίου της Ευρώπης-CoE. Σύμφωνα με το ECLJ, κατά τη διάρκεια των προπαρασκευαστικών εργασιών της επιτροπής εμπειρογνωμόνων και των εισηγητριών αναφέρθηκε στο κείμενο στις Χώρες που αρνήθηκαν να συστήσουν την υιοθέτηση ενός νομικού πλαισίου για τα άγαμα ζευγάρια, τελικά έθεσε ένα κείμενο το οποίο έχει ως εξής:

"25. Όταν η εθνική νομοθεσία δεν αναγνωρίζει ούτε παρέχει δικαιώματα ή υποχρεώσεις για την καταχωρημένη συντροφική σχέση προσώπων για τα λεσβιακά και για τα άγαμα ζευγάρια, οι Χώρες μέλη καλούνται να εξετάσουν τη δυνατότητα παροχής, χωρίς διακρίσεις οποιουδήποτε είδους, συμπεριλαμβανομένων των λεσβιακών και ετερό ζευγαριών νομικών ή άλλων μέσων για την αντιμετώπιση των πρακτικών προβλημάτων που σχετίζονται με την κοινωνική πραγματικότητα στην οποία ζουν".

152. Το ECLJ έκρινε ότι, μολονότι το Δικαστήριο κλήθηκε να ερμηνεύσει τη Σύμβαση ως ζων όργανο, δεν θα μπορούσε να την υποκαταστήσει, καθώς παρέμεινε η κύρια αναφορά. Σε αντίθετη περίπτωση, το Δικαστήριο θα μεταμορφωθεί σε ένα όργανο ιδεολογικής πραγματοποίησης βάσει των εθνικών νομοθεσιών, σε θέματα που σχετίζονται με την κοινωνία - ένας ρόλος που σίγουρα δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά του. Το παρεμβαίνον ECLJ αμφισβήτησε το κατά πόσον ήταν συνετό και με σεβασμό στην αρχή της επικουρικότητας το Δικαστήριο να ελέγχει αν οι Χώρες είχαν επικαιροποιήσει την νομοθεσία σύμφωνα με τα εξελισσόμενα ήθη και τα έθιμα, όπως ερμηνεύεται από την πλειοψηφία των δικαστηρίων. Αυτό θα καταστήσει την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων να εξαρτάται σχετικά λιγότερο από τη Σύμβαση και τα Πρωτόκολλα και σχετικά περισσότερο από τη σύνθεση του Δικαστηρίου (όπως αποδεικνύεται από τη μικρή πλειοψηφία (10-7) στην υπόθεση X και άλλες-οι κατά Αυστρίας [GC], αριθ. 19010/07, ΕΔΑΔ 2013). Ως εκ τούτου, θεωρεί ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να σφετεριστεί το ρόλο των Χωρών, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι οι τελευταίες ήταν ελεύθερες να προσθέσουν ένα πρόσθετο πρωτόκολλο στη Σύμβαση όποτε ήθελαν να ρυθμίσουν τον σεξουαλικό προσανατολισμό (όπως έγινε για την κατάργηση της θανατικής ποινής).

153. Το ECLJ ρώτησε γιατί η λεσβιακότητα, ομοερωτικότητα ήταν περισσότερο αποδεκτή από την πολυγαμία. Θεώρησε ότι, αν το νομοθετικό σώμα έπρεπε να λάβει υπόψη του μια εξελισσόμενη κοινωνία, τότε θα έπρεπε επίσης να νομοθετήσει υπέρ της πολυγαμίας και του παιδιού ενός τέτοιου του γάμου, ακόμη περισσότερο, δεδομένου ότι σε πολλές χώρες (όπως στην Αγγλία, στο Βέλγιο, στην Ελβετία και στη Τουρκία), υπήρχαν περισσότερα μουσουλμανικά ζευγάρια από ότι λεσβιακά ζευγάρια.

154. Αναφέρθηκε επίσης στις συγκριτικές καταστάσεις των Χωρών (συζητείται ανωτέρω), και πρόσθεσε ότι τα δημοψηφίσματα υπέρ των πολιτικών ενώσεων είχαν απορριφθεί από την πλειοψηφία των ψηφοφόρων στη Σλοβενία και τη Βόρεια Ιρλανδία.

155. Θεώρησε πως αν το Δικαστήριο έπρεπε να θεωρήσει ότι η υποχρέωση να διευκολύνει την κοινή ζωή των λεσβιακών ζευγαριών προέκυψε από το Άρθρο 8 της Σύμβασης, τότε μια τέτοια υποχρέωση θα πρέπει να αφορά αποκλειστικά τις συγκεκριμένες ανάγκες αυτών των ζευγαριών και της κοινωνίας, που επιτρέπουν στη Χώρα ένα περιθώριο εκτιμήσεως, και κατά την άποψή του, η Χώρα της Ιταλίας είχε εκπληρώσει το καθήκον της προστασίας μέσω δικαστικών ή κανόνων της Σύμβασης (όπως εξηγείται κυρίως από την κυβέρνηση). Περαιτέρω, θεωρούσε ότι η προστασία της οικογένειας με την παραδοσιακή έννοια, αποτελεί θεμιτό σκοπό που δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση (ανέφερε την υπόθεση Χ και άλλες-οι, αναφέρεται παραπάνω). Θεώρησε ότι αφού δεν προέκυψε υποχρέωση από τη Σύμβαση, ούτε υπήρχε ένα δικαίωμα που να διασφαλίζεται από τη Χώρα το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης, δεν υπήρχε χώρος για περιθώριο εκτίμησης.

156. Όσον αφορά τις διακρίσεις, το ECLJ έκρινε ότι τα λεσβιακά ζευγάρια και τα ετερό ζευγάρια δεν ήταν σε ίδιες ή παρόμοιες καταστάσεις, δεδομένου ότι τα πρώτα δεν μπορούν να αναπαράξουν φυσιολογικά. Η διαφορά δεν ήταν ο σεξουαλικός προσανατολισμός, αλλά η σεξουαλική ταυτότητα, με βάση αντικειμενικά βιολογικές αιτίες, επομένως, δεν υπήρχε χώρος για να δικαιολογήσει διαφορετική μεταχείριση. Θεώρησε ότι οι Χώρες έχουν συμφέρον για την προστασία των παιδιών, την γέννησή τους και την ευημερία τους, καθώς και για το κοινό καλό των γονέων και της κοινωνίας. Αν τα παιδιά σταματούσαν να είναι στο επίκεντρο της οικογένειας, τότε θα παρέμενε μόνο η έννοια των διαπροσωπικών σχέσεων, που θα εξακολουθούσε να υφίσταται - μια εντελώς ατομικιστική αντίληψη.

157. Αποδοκίμασε τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση Schalk και Kopf (§ 94), υποστηρίζοντας ότι ήταν ευρήματα πολιτικής όχι νομικής φύσης, τα οποία εξαιρούν τα παιδιά από το να είναι η ουσία της οικογενειακής ζωής. Ακόμα χειρότερα, στην υπόθεση Βαλλιανάτος (§ 49), η ολομέλεια δεν θεωρεί ούτε καν τη συγκατοίκηση απαραίτητη για τον σχηματισμό της οικογενειακής ζωής. Αναρωτήθηκε επίσης αν η σταθερότητα της σχέσης ήταν ένα σχετικό κριτήριο (στην ίδια, § 73).

Υπό αυτό το πρίσμα το ECLJ αμφισβήτησε το τι αποτελούσε οικογενειακή ζωή, δεδομένου ότι δεν απαιτείται πλέον μια δημόσια δέσμευση, ή η παρουσία παιδιών, ή η συγκατοίκηση. Έτσι, φάνηκε ότι η ύπαρξη των συναισθημάτων ήταν αρκετή για να δημιουργήσει την οικογενειακή ζωή. Ωστόσο, κατά την άποψή του, τα συναισθήματα θα μπορούσαν να διαδραματίσουν ένα ρόλο στην ιδιωτική ζωή μόνο, αλλά όχι στην οικογενειακή ζωή. Προκύπτει λοιπόν ότι δεν υπήρχε κανένας αντικειμενικός ορισμός της οικογενειακής ζωής. Αυτή η απώλεια του ορισμού περαιτέρω επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Burden κατά Αγγλίας ([GC], αριθ. 13378/05, ΕΔΑΔ 2008), και στην υπόθεση Stübing κατά Γερμανίας (αριθ. 43547/08 12 Απριλίου 2012).

158. Το ECLJ υποστήριξε ότι η άρνηση να εξετάσει επί ίσοις όροις μια έγγαμη οικογένεια και μια σταθερή λεσβιακή σχέση ήταν δικαιολογημένη με βάση τις συνέπειες που συνδέονται με την αναπαραγωγή και την γονεϊκότητα, καθώς και τη σχέση μεταξύ της κοινωνίας και του κράτους. Κατά την άποψή του, το να τα θεωρήσει ως συγκρίσιμα θα σήμαινε ότι όλα τα δικαιώματα που ισχύουν για τα έγγαμα ζευγάρια θα ισχύουν και για αυτά, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με ζητήματα γονεϊκότητας, δεδομένου ότι θα ήταν μάταιο να τις-τους επιτραπεί να τελούν γάμο, αλλά όχι να ιδρύσουν μια οικογένεια. Συνεπώς, θα σήμαινε αποδοχή της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής για τα λεσβιακά ζευγάρια και της παρένθετης μητρότητας για τα γκέι ζευγάρια, με τις συνέπειες που αυτό θα έχει στα παιδιά, έτσι το αντιλαμβάνεται. Όσον αφορά τη σχέση με τη Χώρα, σημείωσε ότι ένα κράτος που θέλει να ορίσει την (έννοια) "οικογένεια" θα ήταν ένα ολοκληρωτικό κράτος. Πράγματι, κατά την άποψή του, οι συντάκτριες-ες της Σύμβασης θέλησαν να διασφαλίσουν την οικογένεια από ενέργειες του κράτους, και να μην επιτρέψουν στο κράτος να ορίσει την έννοια της οικογένειας, σύμφωνα με την άποψη της πλειοψηφίας τους - η οποία βασίστηκε στην άποψη πως ήταν το άτομο και όχι η οικογένεια ο πυρήνας της κοινωνίας.

2. Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
(Α) Άρθρο 8
(i) Γενικές αρχές

159. Ενώ το βασικό αντικείμενο του Άρθρου 8 είναι η προστασία των προσώπων από αυθαίρετη επέμβαση των δημοσίων αρχών, μπορεί επίσης να επιβάλει σε μία Χώρα ορισμένες θετικές υποχρεώσεις ώστε να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική τήρηση των δικαιωμάτων που προστατεύονται από το Άρθρο 8 (Δείτε, μεταξύ άλλων (δημόσιων) αρχών, υπόθεση Χ και Y κατά Ολλανδίας, 26 Μαρτίου 1985, § 23, Σειρά A αριθ. 91, .... υπόθεση Monmousseau και Ουάσιγκτον κατά Γαλλίας, αριθ. 39388/05, § 83, 6 Δεκεμβρίου 2007, υπόθεση Söderman κατά Σουηδίας [GC], αριθ. 5786/08, § 78, EΔΑΔ 2013, και υπόθεση Hämäläinen κατά Φινλανδίας [GC], αριθ. 37359/09, § 62, EΔΑΔ 2014). Οι υποχρεώσεις αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν την υιοθέτηση μέτρων με σκοπό την εξασφάλιση του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, ακόμη και στον τομέα των σχέσεων των ιδιωτών μεταξύ τους (Δείτε, μεταξύ άλλων, υπόθεση SH και άλλες-οι κατά Αυστρίας [GC], αριθ. 57813/00, § 87, EΔΑΔ 2011, και υπόθεση Söderman, αναφέρεται παραπάνω, § 78).

160. Οι αρχές που ισχύουν για την αξιολόγηση των θετικών και αρνητικών υποχρεώσεων μίας Χώρας δυνάμει της Σύμβασης είναι παρόμοιες. Πρέπει να ληφθεί υπόψη η δίκαιη ισορροπία που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των ανταγωνιστικών συμφερόντων του προσώπου και της κοινότητας στο σύνολό της, οι στόχοι στο δεύτερο εδάφιο του Άρθρου 8 είναι ενός ορισμένου ενδιαφέροντος (Δείτε υπόθεση Gaskin κατά Αγγλίας 7 Ιουλίου 1989, § 42, Σειρά Α, αριθ. 160, και υπόθεση Roche κατά Αγγλίας [GC], αριθ. 32555/96, § 157, ΕΔΑΔ 2005-X).

161. Η έννοια του "σεβασμού" δεν είναι σαφής, ιδίως όσον αφορά τις θετικές υποχρεώσεις: έχοντας υπόψη την πολυμορφία των πρακτικών που ακολουθούνται και τις καταστάσεις που υφίστανται εντός των Χωρών μελών της Σύμβασης, οι απαιτήσεις του έθνους θα διαφέρουν σημαντικά από υπόθεση σε υπόθεση (Δείτε υπόθεση Christine Goodwin κατά Αγγλίας [GC], αριθ. 28957/95, § 72, EΔΑΔ 2002-VI). Παρ' όλα αυτά, ορισμένοι τομείς θεωρήθηκαν σημαντικοί για την αξιολόγηση του περιεχομένου των εν λόγω θετικών υποχρεώσεων για τις Χώρες (Δείτε υπόθεση Hämäläinen, αναφέρεται ανωτέρω, § 66). Ενδιαφέρον για την παρούσα υπόθεση είναι οι επιπτώσεις στην προσφεύγουσα από μια κατάσταση όπου υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ της κοινωνικής πραγματικότητας και του νόμου, η συνοχή των διοικητικών και νομικών πρακτικών στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος που θεωρείται ως ένας σημαντικός παράγοντας για την εκτίμηση που πραγματοποιείται σύμφωνα με το Άρθρο 8 (Δείτε, τηρουμένων των αναλογιών-mutatis mutandis, υπόθεση Christine Goodwin, προαναφερθείσα, §§ 77-78, υπόθεση I κατά Αγγλίας [GC], αριθ. 25680/94, § 58, 11 Ιουλίου 2002 και υπόθεση Hämäläinen, αναφέρεται ανωτέρω, § 66). Άλλοι παράγοντες που σχετίζονται με τις επιπτώσεις της φερόμενης θετικής υποχρέωσης που διακυβεύονται στην εν λόγω Χώρα. Το ερώτημα εδώ είναι αν η υποτιθέμενη υποχρέωση είναι στενή και ακριβής ή ευρεία και απροσδιόριστη (Δείτε υπόθεση Botta κατά Ιταλίας, 24 Φεβρουαρίου 1998, § 35, Reports 1998-I) ή σχετικά με την έκταση το τυχόν βάρος, που η υποχρέωση θα επιβάλει στο κράτος (Δείτε υποθεση Christine Goodwin, προαναφερθείσα, §§ 86-88).

162. Κατά την εφαρμογή της θετικής υποχρέωσή τους βάσει του Άρθρου 8, οι Χώρες διαθέτουν ένα ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως. Πρέπει να ληφθεί υπόψη μια σειρά παραγόντων κατά τον καθορισμό του εύρους του εν λόγω περιθωρίου. Στο πλαίσιο της "ιδιωτικής ζωής", το Δικαστήριο έκρινε ότι, όταν διακυβεύεται μια ιδιαίτερα σημαντική πτυχή της ύπαρξης ή της ταυτότητας ενός προσώπου το περιθώριο που επιτρέπεται στο κράτος θα περιοριστεί (Δείτε, για παράδειγμα, υπόθεση Χ και Υ, αναφέρεται παραπάνω, §§ 24 και 27, υπόθεση Christine Goodwin, προπαρατεθείσα, § 90, δείτε επίσης την υπόθεση Pretty κατά Αγγλίας, αριθ. 2346/02, § 71, EΔΑΔ 2002-III). Όταν, όμως, δεν υπάρχει συναίνεση εντός των Χωρών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, είτε ως προς τη σχετική σημασία του διακυβεύματος είτε ως προς τα καλύτερα μέσα για την προστασία του, ιδίως όταν η υπόθεση εγείρει ευαίσθητα ηθικά ή εθιμικά ζητήματα, το περιθώριο θα είναι ευρύτερο (Δείτε υπόθεση Χ, Υ και Ζ κατά Αγγλίας, 22 Απριλίου 1997, § 44, Reports 1997-II, υπόθεση Fretté κατά Γαλλίας, αριθ. 36515/97, § 41, EΔΑΔ 2002-SI και υπόθεση Christine Goodwin, προπαρατεθείσα, § 85). Επίσης συνήθως υπάρχει ένα μεγάλο περιθώριο εάν η Χώρα οφείλει να επιτύχει μια ισορροπία μεταξύ ανταγωνιστικών ιδιωτικών και δημόσιων συμφερόντων ή δικαιωμάτων της Σύμβασης (Δείτε υπόθεση Fretté, προπαρατεθείσα, § 42, υπόθεση Odievre κατά Γαλλίας [GC], αριθ. 42326/98, §§ 44-49, ΕΔΑΔ 2003-III, υπόθεση Evans κατά Αγγλίας [GC], αριθ. 6339/05, § 77, EΔΑΔ 2007-I, υπόθεση Dickson κατά Αγγλίας [GC], αριθ. 44362/04 , § 78, EΔΑΔ 2007-V, και υπόθεση SH και άλλες-οι αναφέρεται ανωτέρω, § 94). 


Βρίσκεστε στο 11ο μέρος για να βρεθείτε στο 12ο πατήστε εδώ 
Την είδηση την βρήκαμε στις 21.10.2015 και την μεταφράσαμε από την
http://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-156265#{%22itemid%22:[%22001-156265%22]}

ΕΔΑΔ υπόθεση των Oliari και λοιπών κατά Ιταλίας 12

(ii) Πρόσφατη σχετική δικαστηριακή νομολογία και το πεδίο εφαρμογής της παρούσας υποθέσεως

163. Το Δικαστήριο έχει έρθει ήδη αντιμέτωπο με προσφυγές που αφορούν την έλλειψη αναγνώρισης των λεσβιακών ενώσεων. Ωστόσο, στην πιο πρόσφατη υπόθεση Schalk και Kopf κατά Αυστρίας, όταν το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση, οι προσφεύγοντες είχαν ήδη λάβει την ευκαιρία να συνάψουν καταχωρημένη συντροφική σχέση. Έτσι, το Δικαστήριο είχε αποκλειστικά και μόνο να καθορίσει αν η εναγόμενη Χώρα θα έπρεπε να είχε παράσχει στους προσφεύγοντες ένα εναλλακτικό μέσο νομικής αναγνώρισης της συντροφικής τους σχέσης νωρίτερα από ό,τι το έκανε (δηλαδή, πριν από την 1η Ιανουαρίου 2010). Έχοντας λάβει υπόψη την ταχεία ανάπτυξη της ευρωπαϊκής συναίνεσης που προέκυψε κατά την προηγούμενη δεκαετία, αλλά ότι δεν υπήρχε ακόμα η πλειοψηφία των Χωρών όπου παρέχουν τη νομική αναγνώριση σε λεσβιακά ζευγάρια (αυτή τη στιγμή δεκαεννέα Χώρες), το Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω περιοχή είναι μία περιοχή όπου τα δικαιώματα εξελίσσονται χωρίς να υπάρξει συναίνεση, όπου οι Χώρες διαθέτουν ένα περιθώριο εκτιμήσεως κατά τη χρονική στιγμή της εισαγωγής των νομοθετικών αλλαγών (§ 105). Έτσι, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, αν και δεν είναι στην πρωτοπορία, το νομθετικό σώμα της Αυστρίας δεν θα μπορούσε να προσαφθεί ότι δεν εισήγαγε Νόμο Καταχωρημένης Συντροφικής Σχέσης, νωρίτερα από το 2010 (Δείτε
στο ίδιο, § 106). Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι το Άρθρο 14, σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 δεν επιβάλλει την υποχρέωση στις Συμβαλλόμενες Χώρες να χορηγούν στα λεσβιακά ζευγάρια πρόσβαση στο γάμο (αυτόθι, § 101).

164. Στη παρούσα υπόθεση, οι προσφεύγοντες ακόμη και σήμερα δεν έχουν την ευκαιρία να εισέλθουν σε μια πολιτική ένωση ή σε μία καταχωρημένη συντροφική σχέση (σε περίπτωση απουσίας του γάμου) στην Ιταλία. Επομένως, εναπόκειται στο Δικαστήριο να καθορίσει αν η Ιταλία, κατά την ημερομηνία της ανάλυσης του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα το 2015, απέτυχε να συμμορφωθεί με τη θετική υποχρέωση να διασφαλίσει το σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής των προσφευγόντων, ιδίως μέσω της παροχής ενός νομικού πλαισίου που να τις-τους επιτρέπει η σχέση τις να αναγνωρίζεται και να προστατεύεται βάσει του εγχώριου δικαίου.

(iii) Εφαρμογή των γενικών αρχών στην παρούσα υπόθεση
165. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι έχει ήδη κρίνει ότι τα λεσβιακά ζευγάρια είναι εξίσου ικανά με τα ετερό ζευγάρια που εισέρχονται σε σταθερές, δεσμευτικές σχέσεις, και ότι είναι σε σχετικά παρόμοια κατάσταση με ένα ετερό ζευγάρι, όσον αφορά την ανάγκη τους για νομική αναγνώριση και προστασία της σχέσης τους (Δείτε υπόθεση Schalk και Kopf, § 99, και υπόθεση Βαλλιανάτος, §§ 78 και 81, οι δύο προαναφέρονται). Προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αναγνωρίσει ότι λεσβιακά ζευγάρια έχουν ανάγκη νομικής αναγνώρισης και προστασίας της σχέσης τους.

166. Την ίδια ανάγκη, καθώς και την βούληση να το παρέχει, έχει εκφραστεί από την Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία συνέστησε στην Υπουργική Επιτροπή να καλέσει τις Χώρες μέλη, μεταξύ άλλων, “να υιοθετήσουν μία νομοθεσία για την λήψη πρόβλεψης καταχωρημένης συντροφικής σχέσης" εδώ και δεκαπέντε χρόνια, και πιο πρόσφατα από την Υπουργική Επιτροπή (στη Σύσταση CM/Rec(2010) 5), η οποία κάλεσε τις Χώρες μέλη, όπου η εθνική νομοθεσία δεν αναγνωρίζει ούτε παρέχει δικαιώματα ή υποχρεώσεις στις καταχωρημές συντροφικές σχέσεις λεσβιών, να εξετάσει τη δυνατότητα παροχής (καταχωρημένων συντροφικών σχέσεων) σε λεσβιακά ζευγάρια με νομικά ή άλλα μέσα για την αντιμετώπιση των πρακτικών προβλημάτων που σχετίζονται με την κοινωνική πραγματικότητα στην οποία ζουν (Δείτε παραγράφους 57 και 59 ανωτέρω).

167. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι προσφεύγοντες στην παρούσα υπόθεση, οι οποίοι δεν ήταν σε θέση να συνάψουν γάμο, δεν ήταν σε θέση να έχουν πρόσβαση σε ένα συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο (όπως αυτό των πολιτικών ενώσεων ή της καταχωρημένης συντροφικής σχέσης) ικανό να τους παρέχει την αναγνώριση της κατάστασης-status και εξασφαλίζοντας τους ορισμένα δικαιώματα που σχετίζονται με ένα ζευγάρι σε μια σταθερή και δεσμευτική σχέση.

168. Το Δικαστήριο σημείωσε την κατάσταση των προσφευγόντων στο πλαίσιο του ιταλικού εθνικού συστήματος. Όσον αφορά την καταχώρηση των λεσβιακών, γκέι ενώσεων των προσφευγόντων στα "τοπικά ληξειαρχεία για τις πολιτικές ενώσεις", το Δικαστήριο σημειώνει ότι, όπου αυτό είναι εφικτό (δηλαδή σε λιγότερο από το 2% των υφιστάμενων Δήμων) η δράση αυτή έχει απλώς συμβολική αξία και είναι σχετική με στατιστικούς σκοπούς, δεν παρέχει στους προσφεύγοντες καμία επίσημη οικογενειακή κατάσταση, και σε καμία περίπτωση δεν παρέχει δικαιώματα στα λεσβιακά ζευγάρια. Ακόμη στερείται αποδεικτικής αξίας (μιας σταθερής ένωσης) ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (Δείτε ανωτέρω παράγραφος 115).

169. Η τρέχουσα κατάσταση των προσφευγόντων στο εγχώριο νομικό πλαίσιο μπορεί να θεωρηθεί μόνο ως μια ένωση "de facto", η οποία μπορεί να ρυθμιστεί από ορισμένες ιδιωτικές συμβολαιογραφικές συμφωνίες περιορισμένης εμβέλειας. Όσον αφορά τις αναφερθείσες συμφωνίες συγκατοίκησης, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, ενώ προβλέπουν ορισμένες εγχώριες ρυθμίσεις σε σχέση με τη συγατοίκηση (Δείτε παραγράφους 41 και 129 ανωτέρω), τέτοιες ιδιωτικές συμφωνίες δεν προβλέπουν κάποιες βασικές ανάγκες οι οποίες είναι θεμελιώδεις για τη ρύθμιση της σχέσης μεταξύ ενός ζευγαριού σε μια σταθερή και δεσμευτική σχέση, όπως, μεταξύ άλλων, τα αμοιβαία δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που έχουν η μία προς την άλλη και ο ένας προς τον άλλο, συμπεριλαμβανομένων της ηθικής και της υλικής υποστήριξης, της υποχρέωσης συντήρησης και των κληρονομικών δικαιωμάτων (Συγκρίνετε την υπόθεση Βαλλιανάτος, § 81, και την υπόθεση Schalk και Kopf, § 109, αμφότερες προπαρατεθείσες). Το γεγονός ότι ο στόχος των συμβολαίων αυτών δεν είναι αυτός της αναγνώρισης και της προστασίας του ζευγαριού είναι εμφανής από το γεγονός ότι είναι ανοικτά σε οποιανδήποτε συγκατοικεί, ανεξάρτητα από το αν είναι ένα ζευγάρι σε μια δεσμευτική σταθερή σχέση (Δείτε ανωτέρω παράγραφος 41). Επιπλέον, ένα τέτοιο συμβόλαιο απαιτεί από τα πρόσωπα να συγκατοικούν, ωστόσο, το Δικαστήριο έχει ήδη δεχθεί ότι η ύπαρξη μιας σταθερής ένωσης είναι ανεξάρτητη της συμβίωσης (Δείτε Βαλλιανάτος, §§ 49 και 73). Πράγματι, στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο του σήμερα διάφορα έγγαμα ζευγάρια ή σε καταχωρημένη συντροφική σχέση, έχουμε την εμπειρία περιόδων κατά τη διάρκεια των οποίων διατηρούν τη σχέση τους ενώ βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση, που χρειάζεται να παραμείνουν σε διάφορες χώρες, για επαγγελματικούς ή άλλους λόγους. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι το γεγονός αυτό από μόνο του δεν έχει καμία σχέση με την ύπαρξη μίας σταθερής δεσμευτικής σχέσης και την ανάγκη να προστατευτεί αυτή. Επομένως, πέρα από το γεγονός ότι οι συμφωνίες συγκατοίκησης δεν ήταν καν στη διάθεση των προσφευγόντων πριν από τον Δεκέμβριο 2013, αυτές οι συμφωνίες δεν μπορεί να θεωρηθεί πως δίνουν την αναγνώριση και την απαιτούμενη προστασία στις ενώσεις των προσφευγόντων.

170. Περαιτέρω, δεν έχει αποδειχθεί ότι τα εθνικά δικαστήρια θα μπορούσαν να εκδώσουν μια δήλωση επίσημης αναγνώρισης, ούτε η Κυβέρνηση εξήγησε ποιές θα ήταν οι συνέπειες μιας τέτοιας δήλωσης (Δείτε ανωτέρω παράγραφο 82). Ενώ τα εθνικά δικαστήρια έχουν κατ' επανάληψη τονίσει την ανάγκη να εξασφαλιστεί η προστασία των λεσβιακών ενώσεων και να αποφευχθεί η διακριτική μεταχείριση, επί του παρόντος, πρέπει να λάβουν τέτοια προστασία οι προσφεύγοντες, όπως και όλες οι άλλες που είναι στην ίδια θέση, πρέπει να αρθεί μια σειρά επαναλαμβανομένων προβλημάτων με τα εθνικά δικαστήρια και, ενδεχομένως, ακόμη και με το Συνταγματικό Δικαστήριο (Δείτε παράγραφο 16 ανωτέρω), στο οποίο οι προσφεύγοντες δεν έχουν άμεση πρόσβαση (Δείτε υπόθεση Scoppola κατά Ιταλίας (αριθ. 2) [GC], αριθ. 10249/03, § 70, 17 Σεπτεμβρίου 2009 ). Από τη δικαστηριακή νομολογία που επήλθε στην προσοχή του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι, ενώ η αναγνώριση ορισμένων δικαιωμάτων έχει γίνει αυστηρά δεκτή, άλλα θέματα σε σχέση με την ένωση λεσβιών παραμένουν αβέβαια, δεδομένου ότι, όπως επανέλαβε η κυβέρνηση, τα δικαστήρια κάνουν διαπιστώσεις σχετικά με βάση την κάθε υπόθεση. Η κυβέρνηση παραδέχθηκε, επίσης, ότι η προστασία των λεσβιακών ενώσεων έλαβε μεγαλύτερη αποδοχή σε ορισμένους κλάδους από ό,τι σε άλλους (Δείτε ανωτέρω παράγραφος 131). Στο πλαίσιο αυτό, σημειώνεται επίσης ότι η κυβέρνηση επιμένει πως ασκεί το δικαίωμά της να αντιταχθεί σε τέτοιες απαιτήσεις (Δείτε, για παράδειγμα, την προσφυγή κατά της απόφασης του δικαστηρίου του Grosseto) και έτσι δείχνει μικρή υποστήριξη στις διαπιστώσεις πάνω στις οποίες επί του παρόντος στηρίζεται.

171. Όπως αναφέρεται από την ARCD ο νόμος προβλέπει ρητά την αναγνώριση της λεσβίας συντρόφισας σε πολύ περιορισμένες περιστάσεις (Δείτε ανωτέρω παράγραφο 146). Επομένως, ακόμη και οι πιο συνήθεις "ανάγκες" που προκύπτουν στο πλαίσιο ενός λεσβιακού ζευγαριού πρέπει να καθοριστούν δικαστικώς, στις αβέβαιες περιστάσεις που αναφέρονται παραπάνω. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, η ανάγκη να αναφερθεί επανειλημμένα στα εθνικά δικαστήρια που ζητούν την ίση μεταχείριση σε σχέση με κάθε μία από το πλήθος των πτυχών που αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μεταξύ ενός ζευγαριού, ειδικά σε ένα επιβαρυμένο σύστημα δικαιοσύνης, όπως εκείνο της Ιταλίας, ανέρχεται ήδη σε ένα μη ευκαταφρόνητο εμπόδιο στις προσπάθειες των προσφευγόντων να αποκτήσουν σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής τους. Αυτό επιδεινώνεται περαιτέρω από μια κατάσταση αβεβαιότητας.

172. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προς το παρόν διαθέσιμη προστασία όχι μόνο στερείται περιεχομένου, στο μέτρο που δεν προβλέπει τον πυρήνα των αναγκών σχετικά με την σταθερή δεσμευτική σχέση ενός ζευγαριού, αλλά δεν είναι επίσης αρκετά σταθερή - αυτή εξαρτάται από την συγκατοίκηση, καθώς και από τη δικαστική (ή μερικές φορές τη διοικητική) στάση στο πλαίσιο μιας χώρας που δεν δεσμεύεται από ένα σύστημα δικαστικού δεδικασμένου (Δείτε υπόθεση Torri και άλλες-οι κατά Ιταλίας, (Dec.), αριθ. 11838/07 και 12302/07, § 42, 24 Ιανουαρίου 2012). Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η συνοχή των διοικητικών και νομικών πρακτικών στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος πρέπει να θεωρηθεί ως ένας σημαντικός παράγοντας στην εκτίμηση που διενεργείται σύμφωνα με το Άρθρο 8 (Δείτε παραπάνω παράγραφο 161).

173. Σε σχέση με τις γενικές αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 161 ανωτέρω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, όπως προκύπτει επίσης από την ανωτέρω εξέταση του εθνικού πλαισίου υπάρχει μια σύγκρουση μεταξύ της κοινωνικής της πραγματικότητας των προσφευγόντων, οι οποίοι ως επί το πλείστον ζουν την σχέση τους ανοιχτά στην Ιταλία, και του δικαίου, το οποίο δεν τους δίνει καμία επίσημη αναγνώριση στο έδαφος της. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, η υποχρέωση να προβλέπουν την αναγνώριση και την προστασία των λεσβιακών ενώσεων, και έτσι να καταστεί δυνατή η νομοθεσία που να αντανακλά τις πραγματικότητες των καταστάσεων των προσφευγόντων, δεν θα ισοδυναμούσε με οποιαδήποτε συγκεκριμένη επιβάρυνση για το ιταλικό κράτος η οποία είναι νομοθετική, διοικητική ή άλλη. Επιπλέον, μια τέτοια ρύθμιση θα αποτελέσει μια σημαντική κοινωνική ανάγκη - όπως παρατηρείται από την ARCD, οι επίσημες εθνικές στατιστικές δείχνουν ότι υπάρχουν περίπου ένα εκατομμύριο λεσβίες, γκέι (ή αμφισεξουαλικές), στην κεντρική Ιταλία και μόνο.

174. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι, ελλείψει του γάμου, τα λεσβιακά ζευγάρια, όπως και οι προσφεύγοντες έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την απόκτηση της δυνατότητας να εισέλθουν σε μια μορφή πολιτικής ένωσης ή καταχωρημένης συντροφικής σχέσης, δεδομένου ότι αυτός θα ήταν ο πιο κατάλληλος τρόπος με τον οποίο θα μπορούσαν να έχουν τη σχέση τους νομικά αναγνωρισμένη και ο οποίος θα τους εξασφαλίσει τη σχετική προστασία - με τη μορφή των βασικών δικαιωμάτων που σχετίζονται με ένα ζευγάρι σε μια σταθερή και δεσμευτική σχέση - χωρίς περιττά εμπόδια. 
(ii) Πρόσφατη σχετική δικαστηριακή νομολογία και το πεδίο εφαρμογής της παρούσας υποθέσεως

163. Το Δικαστήριο έχει έρθει ήδη αντιμέτωπο με προσφυγές που αφορούν την έλλειψη αναγνώρισης των ενώσεων ιδίου φύλου. Ωστόσο, στην πιο πρόσφατη υπόθεση Schalk και Kopf κατά Αυστρίας, όταν το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση, οι προσφεύγοντες είχαν ήδη λάβει την ευκαιρία να συνάψουν καταχωρημένη συντροφική σχέση. Έτσι, το Δικαστήριο είχε αποκλειστικά και μόνο να καθορίσει αν η εναγόμενη Χώρα θα έπρεπε να είχε παράσχει στους προσφεύγοντες ένα εναλλακτικό μέσο νομικής αναγνώρισης της συντροφικής τους σχέσης νωρίτερα από ό,τι το έκανε (δηλαδή, πριν από την 1η Ιανουαρίου 2010). Έχοντας λάβει υπόψη την ταχεία ανάπτυξη της ευρωπαϊκής συναίνεσης που προέκυψε κατά την προηγούμενη δεκαετία, αλλά ότι δεν υπήρχε ακόμα η πλειοψηφία των Χωρών όπου παρέχουν τη νομική αναγνώριση των ζευγαριών ιδίου φύλου (αυτή τη στιγμή δεκαεννέα Χώρες), το Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω περιοχή είναι μία περιοχή όπου τα δικαιώματα εξελίσσονται χωρίς να υπάρξει συναίνεση, όπου οι Χώρες διαθέτουν ένα περιθώριο εκτιμήσεως κατά τη χρονική στιγμή της εισαγωγής των νομοθετικών αλλαγών (§ 105). Έτσι, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, αν και δεν είναι στην πρωτοπορία, το νομθετικό σώμα της Αυστρίας δεν θα μπορούσε να προσαφθεί ότι δεν εισήγαγε Νόμο Καταχωρημένης Συντροφικής Σχέσης, νωρίτερα από το 2010 (Δείτε
στο ίδιο, § 106). Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι το Άρθρο 14, σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 δεν επιβάλλει την υποχρέωση στις Συμβαλλόμενες Χώρες να χορηγούν στα ζευγάρια ιδίου φύλου πρόσβαση στο γάμο (αυτόθι, § 101).

164. Στη παρούσα υπόθεση, οι προσφεύγοντες ακόμη και σήμερα δεν έχουν την ευκαιρία να εισέλθουν σε μια πολιτική ένωση ή σε μία καταχωρημένη συντροφική σχέση (σε περίπτωση απουσίας του γάμου) στην Ιταλία. Επομένως, εναπόκειται στο Δικαστήριο να καθορίσει αν η Ιταλία, κατά την ημερομηνία της ανάλυσης του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα το 2015, απέτυχε να συμμορφωθεί με τη θετική υποχρέωση να διασφαλίζει το σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής των προσφευγόντων, ιδίως μέσω της παροχής ενός νομικού πλαισίου που να τις-τους επιτρέπει η σχέση τους να αναγνωρίζεται και να προστατεύεται βάσει του εγχώριου δικαίου.

(iii) Εφαρμογή των γενικών αρχών στην παρούσα υπόθεση
165. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι έχει ήδη κρίνει ότι τα ζευγάρια ίδιου φύλου είναι εξίσου ικανά με τα ζευγάρια διαφορετικού φύλου που εισέρχονται σε σταθερές, δεσμευτικές σχέσεις, και ότι είναι σε σχετικά παρόμοια κατάσταση με ένα ζευγάρι διαφορετικού φύλου, όσον αφορά την ανάγκη τους για νομική αναγνώριση και προστασία της σχέσης τους (Δείτε υπόθεση Schalk και Kopf, § 99, και υπόθεση Βαλλιανάτος, §§ 78 και 81, οι δύο προαναφέρονται). Προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αναγνωρίσει ότι ζευγάρια ιδίου φύλου έχουν ανάγκη νομικής αναγνώρισης και προστασίας της σχέσης τους.

166. Την ίδια ανάγκη, καθώς και την βούληση να το παρέχει, έχει εκφραστεί από την Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία συνέστησε στην Υπουργική Επιτροπή να καλέσει τις Χώρες μέλη, μεταξύ άλλων, “να υιοθετήσουν μία νομοθεσία για την λήψη πρόβλεψης καταχωρημένης συντροφικής σχέσης” εδώ και δεκαπέντε χρόνια, και πιο πρόσφατα από την Υπουργική Επιτροπή (στη Σύσταση CM/Rec(2010) 5), η οποία κάλεσε τις Χώρες μέλη, όπου η εθνική νομοθεσία δεν αναγνωρίζει ούτε παρέχει δικαιώματα ή υποχρεώσεις στις καταχωρημές συντροφικές σχέσεις ιδίου φύλου, να εξετάσει τη δυνατότητα παροχής (καταχωρημένων συντροφικών σχέσεων) σε ζευγάρια ίδιου φύλου με νομικά ή άλλα μέσα για την αντιμετώπιση των πρακτικών προβλημάτων που σχετίζονται με την κοινωνική πραγματικότητα στην οποία ζουν (Δείτε παραγράφους 57 και 59 ανωτέρω).

167. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι προσφεύγοντες στην παρούσα υπόθεση, οι οποίοι δεν ήταν σε θέση να συνάψουν γάμο, δεν ήταν σε θέση να έχουν πρόσβαση σε ένα συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο (όπως αυτό των πολιτικών ενώσεων ή της καταχωρημένης συντροφικής σχέσης) ικανό να τους παρέχει την αναγνώριση της κατάστασης-status και εξασφαλίζοντας σε αυτούς ορισμένα δικαιώματα που σχετίζονται με ένα ζευγάρι σε μια σταθερή και δεσμευτική σχέση.

168. Το Δικαστήριο σημείωσε την κατάσταση των προσφευγόντων στο πλαίσιο του ιταλικού εθνικού συστήματος. Όσον αφορά την καταχώρηση των ενώσεων ιδίου φύλου των προσφευγόντων με τα “τοπικά μητρώα-ληξειαρχεία για τις πολιτικές ενώσεις”, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, όπου αυτό είναι εφικτό (δηλαδή σε λιγότερο από το 2% των υφιστάμενων Δήμων) η δράση αυτή έχει απλώς συμβολική αξία και είναι σχετική με στατιστικούς σκοπούς, δεν παρέχει στους προσφεύγοντες καμία επίσημη οικογενειακή κατάσταση, και σε καμία περίπτωση δεν παρέχει δικαιώματα στα ζευγάρια ίδιου φύλου. Ακόμη στερείται αποδεικτικής αξίας (μιας σταθερής ένωσης) ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (Δείτε ανωτέρω παράγραφος 115).

169. Η τρέχουσα κατάσταση των προσφευγόντων στο εγχώριο νομικό πλαίσιο μπορεί να θεωρηθεί μόνο ως μια ένωση "de facto", η οποία μπορεί να ρυθμιστεί από ορισμένες ιδιωτικές συμβολαιογραφικές συμφωνίες περιορισμένης εμβέλειας. Όσον αφορά τις αναφερθείσες συμφωνίες συγκατοίκησης, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, ενώ προβλέπουν ορισμένες εγχώριες ρυθμίσεις σε σχέση με τη συγατοίκηση (Δείτε παραγράφους 41 και 129 ανωτέρω), τέτοιες ιδιωτικές συμφωνίες δεν προβλέπουν κάποιες βασικές ανάγκες οι οποίες είναι θεμελιώδεις για τη ρύθμιση της σχέσης μεταξύ ενός ζευγαριού σε μια σταθερή και δεσμευτική σχέση, όπως, μεταξύ άλλων, τα αμοιβαία δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που έχουν η μία-ένας προς την άλλη-ο, συμπεριλαμβανομένων της ηθικής και της υλικής υποστήριξης, της υποχρέωσης συντήρησης και τα κληρονομικά δικαιώματα (Συγκρίνετε υπόθεση Βαλλιανάτος, § 81, και την υπόθεση Schalk και Kopf, § 109, αμφότερες προπαρατεθείσες). Το γεγονός ότι ο στόχος των συμβολαίων αυτών δεν είναι αυτός της αναγνώρισης και της προστασίας του ζευγαριού είναι εμφανής από το γεγονός ότι είναι ανοικτά σε οποιανδήποτε-οποιονδήποτε συγκατοικεί, ανεξάρτητα από το αν είναι ένα ζευγάρι σε μια δεσμευτική σταθερή σχέση (Δείτε ανωτέρω παράγραφος 41). Επιπλέον, ένα τέτοιο συμβόλαιο απαιτεί από τα πρόσωπα να συγκατοικούν, ωστόσο, το Δικαστήριο έχει ήδη δεχθεί ότι η ύπαρξη μιας σταθερής ένωσης είναι ανεξάρτητη της συμβίωσης (Δείτε Βαλλιανάτος, §§ 49 και 73). Πράγματι, στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο του σήμερα διάφορα έγγαμα ζευγάρια ή σε καταχωρημένη συντροφική σχέση, έχουμε την εμπειρία περιόδων κατά τη διάρκεια των οποίων διατηρούν τη σχέση τους ενώ βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση, που χρειάζεται να παραμείνουν σε διάφορες χώρες, για επαγγελματικούς ή άλλους λόγους. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι το γεγονός αυτό από μόνο του δεν έχει καμία σχέση με την ύπαρξη μίας σταθερής δεσμευτικής σχέσης και την ανάγκη να προστατευτεί αυτή. Επομένως, πέρα από το γεγονός ότι οι συμφωνίες συγκατοίκησης δεν ήταν καν στη διάθεση των προσφευγόντων πριν από τον Δεκέμβριο 2013, αυτές οι συμφωνίες δεν μπορεί να θεωρηθεί πως δίνουν την αναγνώριση και την απαιτούμενη προστασία στις ενώσεις των προσφευγόντων.

170. Περαιτέρω, δεν έχει αποδειχθεί ότι τα εθνικά δικαστήρια θα μπορούσαν να εκδώσουν μια δήλωση επίσημης αναγνώρισης, ούτε η Κυβέρνηση εξήγησε ποιές θα ήταν οι συνέπειες μιας τέτοιας δήλωσης (Δείτε ανωτέρω παράγραφο 82). Ενώ τα εθνικά δικαστήρια έχουν κατ' επανάληψη τονίσει την ανάγκη να εξασφαλιστεί η προστασία των ενώσεων ίδιου φύλου και να αποφευχθεί η διακριτική μεταχείριση, επί του παρόντος, πρέπει να λάβουν τέτοια προστασία οι προσφεύγοντες, όπως και όλες οι άλλες-ους που είναι στην ίδια θέση, πρέπει να αρθεί μια σειρά επαναλαμβανομένων προβλημάτων με τα εθνικά δικαστήρια και, ενδεχομένως, ακόμη και με το Συνταγματικό Δικαστήριο (Δείτε παράγραφο 16 ανωτέρω), στο οποίο οι προσφεύγοντες δεν έχουν άμεση πρόσβαση (Δείτε υπόθεση Scoppola κατά Ιταλίας (αριθ. 2) [GC], αριθ. 10249/03, § 70, 17 Σεπτεμβρίου 2009 ). Από τη δικαστηριακή νομολογία που επήλθε στην προσοχή του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι, ενώ η αναγνώριση ορισμένων δικαιωμάτων έχει γίνει αυστηρά δεκτή, άλλα θέματα σε σχέση με την ένωση προσώπων ιδίου φύλου παραμένουν αβέβαια, δεδομένου ότι, όπως επανέλαβε η κυβέρνηση, τα δικαστήρια κάνουν διαπιστώσεις σχετικά με βάση την κάθε υπόθεση. Η κυβέρνηση παραδέχθηκε, επίσης, ότι η προστασία των ενώσεων ιδίου φύλου έλαβε μεγαλύτερη αποδοχή σε ορισμένους κλάδους από ό,τι σε άλλους (Δείτε ανωτέρω παράγραφος 131). Στο πλαίσιο αυτό, σημειώνεται επίσης ότι η κυβέρνηση επιμένει πως ασκεί το δικαίωμά της να αντιταχθεί σε τέτοιες απαιτήσεις (Δείτε, για παράδειγμα, την προσφυγή κατά της απόφασης του δικαστηρίου του Grosseto) και έτσι δείχνει μικρή υποστήριξη στις διαπιστώσεις πάνω στις οποίες επί του παρόντος στηρίζεται.

171. Όπως αναφέρεται από την ARCD ο νόμος προβλέπει ρητά την αναγνώριση της συντρόφισας-ου ιδίου φύλου σε πολύ περιορισμένες περιστάσεις (Δείτε ανωτέρω παράγραφο 146). Επομένως, ακόμη και οι πιο συνήθεις “ανάγκες” που προκύπτουν στο πλαίσιο ενός ζευγαριού ιδίου φύλου πρέπει να καθοριστούν δικαστικώς, στις αβέβαιες περιστάσεις που αναφέρονται παραπάνω. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, η ανάγκη να αναφερθεί επανειλημμένα στα εθνικά δικαστήρια που ζητούν την ίση μεταχείριση σε σχέση με κάθε μία από το πλήθος των πτυχών που αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μεταξύ ενός ζευγαριού, ειδικά σε ένα επιβαρυμένο σύστημα δικαιοσύνης, όπως εκείνο της Ιταλίας, ανέρχεται ήδη σε ένα μη ευκαταφρόνητο εμπόδιο στις προσπάθειες των προσφευγόντων να αποκτήσουν σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής τους. Αυτό επιδεινώνεται περαιτέρω από μια κατάσταση αβεβαιότητας.

172. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προς το παρόν διαθέσιμη προστασία όχι μόνο στερείται περιεχομένου, στο μέτρο που δεν προβλέπει τον πυρήνα των αναγκών σχετικά με την σταθερή δεσμευτική σχέση ενός ζευγαριού, αλλά δεν είναι επίσης αρκετά σταθερή - αυτή εξαρτάται από την συγκατοίκηση, καθώς και από τη δικαστική (ή μερικές φορές τη διοικητική) στάση στο πλαίσιο μιας χώρας που δεν δεσμεύεται από ένα σύστημα δικαστικού δεδικασμένου (Δείτε υπόθεση Torri και άλλες-οι κατά Ιταλίας, (Dec.), αριθ. 11838/07 και 12302/07, § 42, 24 Ιανουαρίου 2012). Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η συνοχή των διοικητικών και νομικών πρακτικών στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος πρέπει να θεωρηθεί ως ένας σημαντικός παράγοντας στην εκτίμηση που διενεργείται σύμφωνα με το Άρθρο 8 (Δείτε παραπάνω παράγραφο 161).

173. Σε σχέση με τις γενικές αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 161 ανωτέρω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, όπως προκύπτει επίσης από την ανωτέρω εξέταση του εθνικού πλαισίου υπάρχει μια σύγκρουση μεταξύ της κοινωνικής της πραγματικότητας των προσφευγόντων, οι οποίοι ως επί το πλείστον ζουν την σχέση τους ανοιχτά στην Ιταλία, και του δικαίου, το οποίο δεν τους δίνει καμία επίσημη αναγνώριση στο έδαφος της. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, η υποχρέωση να προβλέπουν την αναγνώριση και την προστασία των ενώσεων του ίδιου φύλου, και έτσι να καταστεί δυνατή η νομοθεσία που να αντανακλά τις πραγματικότητες των καταστάσεων των προσφευγόντων, δεν θα ισοδυναμούσε με οποιαδήποτε συγκεκριμένη επιβάρυνση για το ιταλικό κράτος η οποία είναι νομοθετική, διοικητική ή άλλη. Επιπλέον, μια τέτοια ρύθμιση θα αποτελέσει μια σημαντική κοινωνική ανάγκη - όπως παρατηρείται από την ARCD, οι επίσημες εθνικές στατιστικές δείχνουν ότι υπάρχουν περίπου ένα εκατομμύριο λεσβίες, γκέι (ή αμφισεξουαλικές-οι), στην κεντρική Ιταλία και μόνο.

174. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι, ελλείψει του γάμου, τα ζευγάρια ίδιου φύλου, όπως οι προσφεύγοντες έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την απόκτηση της δυνατότητας να εισέλθουν σε μια μορφή πολιτικής ένωσης ή καταχωρημένης συντροφικής σχέσης, δεδομένου ότι αυτός θα ήταν ο πιο κατάλληλος τρόπος με τον οποίο θα μπορούσαν να έχουν τη σχέση τους νομικά αναγνωρισμένη και ο οποίος θα τους εξασφαλίσει τη σχετική προστασία - με τη μορφή των βασικών δικαιωμάτων που σχετίζονται με ένα ζευγάρι σε μια σταθερή και δεσμευτική σχέση - χωρίς περιττά εμπόδια. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι οι εν λόγω πολιτικές συντροφικές σχέσεις έχουν μια εγγενή αξία για πρόσωπα που βρίσκονται στη θέση των προσφευγόντων, ανεξάρτητα από τις έννομες συνέπειες, οσοδήποτε στενές ή εκτεταμένες, είναι που αυτές θα παράξουν (Δείτε Βαλλιανάτος, προπαρατεθείσα § 81). Η αναγνώριση αυτή θα επιφέρει περαιτέρω την αίσθηση της νομιμότητας στα λεσβιακά ζευγάρια.

175. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι κατά την αξιολόγηση οι θετικές υποχρεώσεις μίας Χώρας πρέπει να λάβουν υπόψη την δίκαιη ισορροπία που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των ανταγωνιστικών συμφερόντων του προσώπου και της κοινότητας ως σύνολο. Έχοντας ορίσει ως υπεράνω τα συμφέροντα των ιδιωτών στο παιχνίδι, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει σε αυτά ζυγίζοντας κατά των συμφερόντων της κοινότητας.

176. Παρ' όλα αυτά, στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η ιταλική κυβέρνηση έχει αποτύχει να τονίσει ρητά τι, κατά την άποψή της, αντιστοιχεί στα συμφέροντα της κοινότητας ως σύνολο. Μπορεί, ωστόσο να θεωρείται ότι "ο χρόνος ήταν αναγκαίος για να επιτευχθεί η σταδιακή ωρίμανση μιας κοινής άποψης της εθνικής κοινότητας σχετικά με την αναγνώριση αυτής της νέας μορφής της οικογένειας". Αναφέρθηκε επίσης στις "διαφορετικές ευαισθησίες σε ένα τέτοιο λεπτό και βαθιά συναισθηματικό κοινωνικό ζήτημα" και στην αναζήτηση μιας "ομόφωνης συγκατάθεσης των διαφόρων ρευμάτων σκέψης και συναισθήματος, ακόμη και θρησκευτικής έμπνευσης, που υπάρχουν στην κοινωνία". Την ίδια στιγμή, αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι η απουσία ειδικού νομικού πλαισίου που θα προέβλεπε την αναγνώριση και την προστασία των λεσβιακών ενώσεων προσπάθησε να προστατεύσει την παραδοσιακή έννοια της οικογένειας, ή τα ήθη της κοινωνίας. Η κυβέρνηση αντί να επικαλείται το περιθώριο εκτιμήσεως για την επιλογή του χρόνου και των λειτουργιών ενός συγκεκριμένου νομικού πλαισίου, θεώρησε ότι ήταν σε καλύτερη θέση να εκτιμήσει τα συναισθήματα της κοινότητάς της.

177. Όσον αφορά το εύρος του περιθωρίου εκτιμήσεως, το Δικαστήριο σημειώνει ότι αυτό εξαρτάται από διάφορους παράγοντες. Ενώ το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί ότι το αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως μπορεί να συνδέεται με ευαίσθητα ηθικά ή εθιμικά ζητήματα τα οποία επιτρέπουν ένα ευρύτερο περιθώριο εκτίμησης σε περίπτωση απουσίας συναίνεσης μεταξύ των Χωρών μελών, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η παρούσα υπόθεση δεν αφορά ορισμένα συγκεκριμένα "συμπληρωματικά" (σε αντίθεση με τον πυρήνα) δικαιώματα που μπορεί ή δεν μπορεί να προκύψουν από μια τέτοια ένωση και τα οποία ενδέχεται να υπόκεινται σε σφοδρή αντιπαράθεση, υπό το φως των ευαίσθητων διαστάσεών τους. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι Χώρες διαθέτουν ένα ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά το ακριβές καθεστώς-status που παρέχει εναλλακτικά μέσα αναγνώρισης, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από μια τέτοια ένωση ή μία καταχωρημένη συντροφική σχέση (Δείτε υπόθεση Schalk και Kopf, προπαρατεθείσα, § § 108-09). Πράγματι, η παρούσα υπόθεση αφορά αποκλειστικά και μόνο τη γενική ανάγκη για νομική αναγνώριση και τον πυρήνα της προστασίας των προσφευγόντων ως λεσβιακά, γκέι ζευγάρια. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι το τελευταίο είναι πτυχές της ύπαρξης και της ταυτότητας για την οποία θα πρέπει να ισχύει το σχετικό περιθώριο.

178. Εκτός από τα παραπάνω, ενδιαφέρον για την εξέταση του Δικαστηρίου έχει, επίσης, η κίνηση προς την νομική αναγνώριση των λεσβιακών ζευγαριών που συνέχισε να αναπτύσσεται ραγδαία στην Ευρώπη μετά την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Schalk και Kopf.

Μέχρι σήμερα, μία λεπτή πλειοψηφία των Χωρών του Συμβουλίου της Ευρώπης (είκοσι τέσσερις από τις σαράντα επτά, δείτε παραπάνω παράγραφος 55) έχουν ήδη νομοθετήσει υπέρ της αναγνώρισης και της σχετικής προστασίας. Η ίδια ταχεία ανάπτυξη μπορεί να εντοπιστεί σε παγκόσμιο επίπεδο, με ιδιαίτερη αναφορά στις Ην. Πολιτείες στην Αυστραλία και στην Ασία (Δείτε παραγράφους 65 και 135 ανωτέρω). Οι διαθέσιμες πληροφορίες έρχονται έτσι ώστε να δείξουν τη συνεχιζόμενη διεθνή κίνηση προς τη νομική αναγνώριση, την οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδόσει, αλλά επισυνάπτει κάποια σημασία (Δείτε, τηρουμένων των αναλογιών, υπόθεση Christine Goodwin, § 85, και υπόθεση Βαλλιανάτος, § 91, αμφότερες προπαρατεθείσες).

179. Επιστρέφοντας στην κατάσταση της Ιταλίας, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ενώ η κυβέρνηση είναι συνήθως σε καλύτερη θέση να εκτιμήσει τα συμφέροντα της Κοινότητας, στην προκειμένη περίπτωση το νομοθετικό σώμα της Ιταλίας δεν φαίνεται να έχει αποδώσει ιδιαίτερη σημασία για τις ενδείξεις που φάνηκαν στην εθνική κοινότητα, συμπεριλαμβανομένου του γενικού ιταλικού πληθυσμού και των ανώτατων δικαστικών αρχών στην Ιταλία. (Δείτε Βαλλιανάτος, προπαρατεθείσα § 81). Η αναγνώριση αυτή θα επιφέρει περαιτέρω την αίσθηση της νομιμότητας στα λεσβιακά ζευγάρια.

175. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι κατά την αξιολόγηση οι θετικές υποχρεώσεις μίας Χώρας πρέπει να λάβουν υπόψη την δίκαιη ισορροπία που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των ανταγωνιστικών συμφερόντων του προσώπου και της κοινότητας ως σύνολο. Έχοντας ορίσει ως υπεράνω τα συμφέροντα των ιδιωτών στο παιχνίδι, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει σε αυτά ζυγίζοντας κατά των συμφερόντων της κοινότητας.

176. Παρ' όλα αυτά, στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η ιταλική κυβέρνηση έχει αποτύχει να τονίσει ρητά τι, κατά την άποψή της, αντιστοιχεί στα συμφέροντα της κοινότητας ως σύνολο. Μπορεί, ωστόσο να θεωρείται ότι "ο χρόνος ήταν αναγκαίος για να επιτευχθεί η σταδιακή ωρίμανση μιας κοινής άποψης της εθνικής κοινότητας σχετικά με την αναγνώριση αυτής της νέας μορφής της οικογένειας". Αναφέρθηκε επίσης στις "διαφορετικές ευαισθησίες σε ένα τέτοιο λεπτό και βαθιά συναισθηματικό κοινωνικό ζήτημα" και στην αναζήτηση μιας "ομόφωνης συγκατάθεσης των διαφόρων ρευμάτων σκέψης και συναισθήματος, ακόμη και θρησκευτικής έμπνευσης, που υπάρχουν στην κοινωνία". Την ίδια στιγμή, αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι η απουσία ειδικού νομικού πλαισίου που θα προέβλεπε την αναγνώριση και την προστασία των λεσβιακών ενώσεων προσπάθησε να προστατεύσει την παραδοσιακή έννοια της οικογένειας, ή τα ήθη της κοινωνίας. Η κυβέρνηση αντί να επικαλείται το περιθώριο εκτιμήσεως για την επιλογή του χρόνου και των λειτουργιών ενός συγκεκριμένου νομικού πλαισίου, θεώρησε ότι ήταν σε καλύτερη θέση να εκτιμήσει τα συναισθήματα της κοινότητάς της.

177. Όσον αφορά το εύρος του περιθωρίου εκτιμήσεως, το Δικαστήριο σημειώνει ότι αυτό εξαρτάται από διάφορους παράγοντες. Ενώ το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί ότι το αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως μπορεί να συνδέεται με ευαίσθητα ηθικά ή εθιμικά ζητήματα τα οποία επιτρέπουν ένα ευρύτερο περιθώριο εκτίμησης σε περίπτωση απουσίας συναίνεσης μεταξύ των Χωρών μελών, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η παρούσα υπόθεση δεν αφορά ορισμένα συγκεκριμένα "συμπληρωματικά" (σε αντίθεση με τον πυρήνα) δικαιώματα που μπορεί ή δεν μπορεί να προκύψουν από μια τέτοια ένωση και τα οποία ενδέχεται να υπόκεινται σε σφοδρή αντιπαράθεση, υπό το φως των ευαίσθητων διαστάσεών τους. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι Χώρες διαθέτουν ένα ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά το ακριβές  καθεστώς-status που παρέχει εναλλακτικά μέσα αναγνώρισης, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από μια τέτοια ένωση ή μία καταχωρημένη συντροφική σχέση (Δείτε υπόθεση Schalk και Kopf, προπαρατεθείσα, § § 108-09). Πράγματι, η παρούσα υπόθεση αφορά αποκλειστικά και μόνο τη γενική ανάγκη για νομική αναγνώριση και τον πυρήνα της προστασίας των προσφευγόντων ως λεσβιακά, γκέι ζευγάρια. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι το τελευταίο είναι πτυχές της ύπαρξης και της ταυτότητας για την οποία θα πρέπει να ισχύει το σχετικό περιθώριο.

178. Εκτός από τα παραπάνω, ενδιαφέρον για την εξέταση του Δικαστηρίου έχει, επίσης, η κίνηση προς την νομική αναγνώριση των λεσβιακών ζευγαριών που συνέχισε να αναπτύσσεται ραγδαία στην Ευρώπη μετά την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Schalk και Kopf.

Μέχρι σήμερα, μία λεπτή πλειοψηφία των Χωρών του Συμβουλίου της Ευρώπης (είκοσι τέσσερις από τις σαράντα επτά, δείτε παραπάνω παράγραφος 55) έχουν ήδη νομοθετήσει υπέρ της αναγνώρισης και της σχετικής προστασίας. Η ίδια ταχεία ανάπτυξη μπορεί να εντοπιστεί σε παγκόσμιο επίπεδο, με ιδιαίτερη αναφορά στις Ην. Πολιτείες στην Αυστραλία και στην Ασία (Δείτε παραγράφους 65 και 135 ανωτέρω). Οι διαθέσιμες πληροφορίες έρχονται έτσι ώστε να δείξουν τη συνεχιζόμενη διεθνή κίνηση προς τη νομική αναγνώριση, την οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδόσει, αλλά επισυνάπτει κάποια σημασία (Δείτε, τηρουμένων των αναλογιών, υπόθεση Christine Goodwin, § 85, και υπόθεση Βαλλιανάτος, § 91, αμφότερες προπαρατεθείσες).

179. Επιστρέφοντας στην κατάσταση της Ιταλίας, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ενώ η κυβέρνηση είναι συνήθως σε καλύτερη θέση να εκτιμήσει τα συμφέροντα της Κοινότητας, στην προκειμένη περίπτωση το νομοθετικό σώμα της Ιταλίας δεν φαίνεται να έχει αποδώσει ιδιαίτερη σημασία στις ενδείξεις που εμφανίζονται στην εθνική κοινότητα, συμπεριλαμβανομένου του γενικού ιταλικού πληθυσμού και των ανώτατων δικαστικών αρχών στην Ιταλία.


Βρίσκεστε στο 12ο μέρος για να βρεθείτε στο 13ο πατήστε εδώ
Την είδηση την βρήκαμε στις 21.10.2015 και την μεταφράσαμε από την
http://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-156265#{%22itemid%22:[%22001-156265%22]}

ΕΔΑΔ υπόθεση των Oliari και λοιπών κατά Ιταλίας 13

180. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι στην Ιταλία η ανάγκη να αναγνωριστούν και να προστατευτούν αυτές τις σχέσεις έχει δηλωθεί από ένα υψηλό προφίλ των ανώτατων δικαστικών αρχών, περιλαμβανομένων του Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Αρείου Πάγου.
Γίνεται αναφορά συγκεκριμένα στην απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου αριθ. 138/10 στην υπόθεση των δύο πρώτων προσφευγόντων, τα ευρήματα της οποίας επαναλήφθηκαν σε μια σειρά μεταγενεστέρων αποφάσεων τις επόμενες χρονιές (Δείτε μερικά παραδείγματα στη παράγραφο 45 ανωτέρω). Σε τέτοιες υποθέσεις, το Συνταγματικό Δικαστήριο, κυρίως και κατ' επανάληψη έχει ζητήσει την δικαστική αναγνώριση των σχετικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των λεσβιακών, γκέι ενώσεων (Δείτε, μεταξύ άλλων, παράγραφο 16), ένα μέτρο το οποίο θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο από το Κοινοβούλιο.

181. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι μια τέτοια έκφραση αντικατοπτρίζει τα συναισθήματα της πλειοψηφίας της ιταλικής κοινωνίας, όπως φαίνεται μέσα από επίσημες έρευνες (Δείτε ανωτέρω παράγραφο 144). Τα στατιστικά στοιχεία που υποβλήθηκαν δείχνουν ότι υπάρχει στην ιταλική κοινωνία λαϊκή αποδοχή των λεσβιακών, αμφισεξουαλικών ζευγαριών, καθώς και λαϊκή υποστήριξη για την αναγνώριση και την προστασία τις.

182. Πράγματι, με τις παρατηρήσεις της ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, η ίδια η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αρνήθηκε την ανάγκη για μια τέτοια προστασία, υποστηρίζοντας ότι δεν περιορίζεται στην αναγνώριση (Δείτε ανωτέρω 128 παράγραφο), η οποία άλλωστε παραδέχθηκε την αυξανόμενη δημοτικότητα μεταξύ της ιταλικής κοινωνίας (Δείτε ανωτέρω 130 παράγραφο).

183. Παρ' όλα αυτά, παρά τις κάποιες προσπάθειες πάνω από τρεις δεκαετίες (Δείτε παραγράφους 126 και 46-47 ανωτέρω) το νομοθετικό σώμα της Ιταλίας ήταν ανίκανο να θεσπίσει τη σχετική νομοθεσία.

184. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, αν και σε διαφορετικό πλαίσιο, έχει ήδη αποφανθεί ότι "μια σκόπιμη προσπάθεια να αποτρέψει την εφαρμογή της αμετάκλητης και εκτελεστής δικαστικής απόφασης και η οποία, επιπλέον, είναι ανεκτή, αν όχι εγκρίνεται σιωπηρά, από την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία της Χώρας, δεν μπορεί να εξηγηθεί (από την άποψη του κάθε θεμιτού δημόσιου συμφέροντος) με όρους οποιουδήποτε νομικού-θεμιτού δημοσίου συμφέροντος ή του συμφέροντος της κοινωνίας ως σύνολο. Αντιθέτως, είναι ικανή να θίξει την αξιοπιστία και το κύρος της δικαστικής εξουσίας και να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητά της, παράγοντες που είναι υψίστης σημασίας από την άποψη των θεμελιωδών αρχών που διέπουν τη Σύμβαση (Δείτε υπόθεση Broniowski κατά Πολωνίας [GC] , αριθ. 31443/96, § 175, ΕΔΑΔ 2004-V). Ενώ το Δικαστήριο έχει επίγνωση των σημαντικών νομικών και πραγματικών διαφορών μεταξύ της υπόθεσης Broniowski και της παρούσας υπόθεσης, ωστόσο θεωρεί ότι στην προκειμένη υπόθεση, το νομοθετικό σώμα, απέτυχε να έχει την αναγκαία αποφασιστικότητα, ή οικειοθελώς άφησε νεκρό γράμμα τις επαναλαμβανόμενες εκκλήσεις των ανώτατων δικαστηρίων της Ιταλίας. Πράγματι, ο ίδιος ο Πρόεδρος του Συνταγματικού Δικαστηρίου στην ετήσια έκθεση του δικαστηρίου εξέφρασε τη λύπη του για την έλλειψη αντίδρασης εκ μέρους του νομοθετικού σώματος στην εξαγγελία του Συνταγματικού Δικαστηρίου στην υπόθεση των δύο πρώτων προσφευγόντων (Δείτε παράγραφο 43 ανωτέρω). Το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτή η επαναλαμβανόμενη αποτυχία του νομοθετικού σώματος να λάβει υπόψη του δηλώσεις Συνταγματικού Δικαστηρίου ή των συστάσεων που περιέχουν σχετικά με τη συνοχή με το Σύνταγμα πάνω από ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, ενδεχομένως υπονομεύει τις αρμοδιότητες του δικαστικού συστήματος και στην προκειμένη υπόθεση άφησε τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα σε μια κατάσταση νομικής αβεβαιότητας που πρέπει να ληφθεί υπόψη.

185. Εν κατακλείδι, εν τη απουσία ενός επικρατούντος συμφέροντος της κοινότητας που να προέβαλε η Ιταλική Κυβέρνηση, έναντι του οποίου να εξισορροπούνται "τα βαρυσήμαντα συμφέροντα των προσφευγόντων, όπως προσδιορίστηκαν ανωτέρω, και υπό το φως των συμπερασμάτων των εθνικών δικαστηρίων σχετικά με το θέμα παρέμεινε νεκρό γράμμα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η ιταλική κυβέρνηση έχει υπερβεί το περιθώριο εκτιμήσεως και παρέβη την θετική υποχρέωσή της να διασφαλίσει ότι οι προσφεύγοντες έχουν στη διάθεσή τους ένα συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο για την αναγνώριση και την προστασία των λεσβιακών, γκέι ενώσεων τους.

186. Για να συμβεί κάτι αλλοιώς σήμερα, το Δικαστήριο θα έπρεπε να είναι απρόθυμο να λάβει υπόψη τις μεταβαλλόμενες συνθήκες στην Ιταλία και να είναι απρόθυμο να εφαρμόσει τη Σύμβαση κατά τρόπο που να είναι πρακτικός και αποτελεσματικός.

187. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 8 της Σύμβασης.

(β) Το Άρθρο 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8

188. Έχοντας υπόψη την κρίση των ευρημάτων του σύμφωνα με το Άρθρο 8 (Δείτε ανωτέρω 187 παράγραφος), το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν, στην προκειμένη υπόθεση, υπήρξε επίσης παραβίαση του Άρθρου 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8.

III. ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 12 ΜΟΝΟ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 14 ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 12 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

189. Οι προσφεύγοντες στην προσφυγή αριθ. 18766/11 στηρίχθηκαν στο Άρθρο 12, μόνο, και υποστηρίζουν ότι από την απόφαση Schalk και Kopf (προπαρατεθείσα), οι περισσότερες χώρες έχουν νομοθετήσει υπέρ του γάμου των λεσβιών, αμφισεξουαλικών, και πολλές άλλες βρίσκονται στο στάδιο της συζήτησης του θέματος. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι η Σύμβαση είναι ένα ζωντανό μέσο, το Δικαστήριο πρέπει να επαναπροσδιορίσει το ζήτημα υπό το πρίσμα της σημερινής κατάστασης.

190. Όλοι οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν ότι είχαν υποστεί διακρίσεις, ως αποτέλεσμα της απαγόρευσης να τελέσουν γάμο αυτοί. Δεν υπάρχει κάποια πρόσφατη αποδοχή του Δικαστηρίου στην υπόθεση Schalk και Kopf της εφαρμογής του Άρθρου 12 (εκτός από το άρθρο 8) σε τέτοιες καταστάσεις, οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι, ενώ είναι αλήθεια ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι η διάταξη αυτή δεν υποχρεώνει τις Χώρες να παρέχουν ένα τέτοιο δικαίωμα στα λεσβιακά ζευγάρια, ήταν παρ' όλα αυτά το Δικαστήριο που έπρεπε να εξετάσει αν η μη παροχή του γάμου σε πρόσωπα που είναι λεσβίες ήταν δικαιολογημένη ενόψει όλων των σχετικών περιστάσεων. Ισχυρίστηκαν ότι στις παρούσες υποθέσεις ήταν ιδιαίτερα σημαντικές στο ότι κάποια άλλη επιλογή δεν ήταν ανοικτή για τους προσφεύγοντες ώστε οι ενώσεις τους να αναγνωρίζονται νομικά. Επιπλέον, ένας τέτοιος αποκλεισμός δεν μπορούσε πλέον να θεωρηθεί ως νόμιμος, με δεδομένη την κοινωνική πραγματικότητα (σύμφωνα με μια μελέτη του 2010 από την Eurispes το 61,4% των Ιταλίδων-ών ήταν υπέρ κάποιου είδους ένωσης, το 20,4% των οποίων ήταν υπέρ του να είναι με τη μορφή του γάμου). Το να επιμένει στην άρνηση ορισμένων δικαιωμάτων στα λεσβιακά ζευγάρια να συνεχίσει να περιθωριοποιεί και να στιγματίζει μια μειονοτική ομάδα υπέρ της πλειοψηφίας με τάσεις διακρίσεων. Τέλος, υποστήριξαν ότι ακόμη και αν υποτεθεί ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί νόμιμη ήταν σαφώς δυσανάλογη, δεδομένου του στενού περιθωρίου εκτιμήσεως που παρέχεται στις Χώρες κατά την εφαρμογή διαφορετικής μεταχείρισης με βάση το σεξουαλικό προσανατολισμό. Το ίδιο περιθώριο έπρεπε να θεωρείται στενό και ενόψει του γεγονότος ότι οι περισσότερες Χώρες είχαν στην πραγματικότητα ρυθμίσει κάποια μορφή πολιτικής ένωσης (Δείτε υπόθέση Schalk και Kopf, προπαρατεθείσα, § 105).
191. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι στην υπόθεση Schalk και Kopf το Δικαστήριο έκρινε βάσει του Άρθρου 12, πως θα εξετάσει πλέον πως το ότι δικαίωμα τέλεσης γάμου σε κάθε περίπτωση περιορίζεται μεταξύ δύο προσώπων διαφορετικού φύλου. Ωστόσο, καθώς τα θέματα διαμορφώθηκαν (στο χρόνο μόνο σε έξι από τις σαράντα επτά Χώρες μέλη της CoE επιτρέπεται ο γάμος των λεσβιών), το ζήτημα αν πρέπει ή όχι να επιτρέψουν τον γάμο των λεσβιών αφέθηκε να ρυθμίζεται από το εθνικό δίκαιο της Συμβαλλόμενης Χώρας. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν πρέπει να βιαστεί να υποκαταστήσει με τη δική του κρίση τη θέση των εθνικών αρχών, οι οποίες είναι σε καλύτερη θέση να εκτιμήσουν και να ανταποκριθούν στις ανάγκες της κοινωνίας. Ακολούθως το Άρθρο 12 της Συμβάσεως δεν επιβάλλει την υποχρέωση της εναγόμενης κυβέρνησης να χορηγήσει σε λεσβιακό, γκέι ζευγάρι, όπως οι προσφεύγοντες την πρόσβαση στο γάμο (§§ 61-63). Το ίδιο συμπέρασμα επαναλήφθηκε στην πιο πρόσφατη υπόθεση Hämäläinen (προπαρατεθείσα, § 96), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι είναι αληθές πως ορισμένες Χώρες μέλη της Σύμβασης έχουν επεκτείνει το γάμο προσώπων που είναι λεσβίες, το Άρθρο 12 δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως να επιβάλλει την υποχρέωση στις Χώρες μέλη της Σύμβασης να επιτρέπουν την πρόσβαση στο γάμο σε λεσβιακά ζευγάρια.

192. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι, παρά τη σταδιακή εξέλιξη των Χωρών σχετικά με το θέμα (σήμερα υπάρχουν έντεκα CoE Χώρες που έχουν αναγνωρίσει τον γάμο προσώπων που είναι λεσβίες) τα συμπεράσματα που συνήχθησαν από τις υποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω παραμένουν επίκαιρα. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το Άρθρο 12 της Συμβάσεως δεν επιβάλλει την υποχρέωση στην εναγόμενη κυβέρνηση να χορηγήσει σε λεσβιακό, γκέι ζευγάρι, όπως οι προσφεύγοντες την πρόσβαση στο γάμο.

193. Ομοίως, στην Schalk και Kopf, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Άρθρο 14, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, μια διάταξη του πιο γενικού σκοπού και του πεδίου εφαρμογής, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει μια τέτοια υποχρέωση. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για το Άρθρο 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 12.

194. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τόσο η προσφυγή σύμφωνα με το Άρθρο 12 και μόνο, όσο και, σύμφωνα με το Άρθρο 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 12 είναι προδήλως αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με το Άρθρο 35 §§ 3 και 4 της Σύμβασης.

IV. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
195. Το Άρθρο 41 της Σύμβασης προβλέπει:

"Άν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της και εάν το εθνικό δίκαιο του Ενδιαφερόμενου Υψηλού Συμβαλλόμενου Μέρους επιτρέπει την ατελή μόνον επανόρθωση, το Δικαστήριο χορηγεί, εφόσον είναι αναγκαίο, μία δίκαιη ικανοποίηση στο ζημιωθέν μέρος".

A. Βλάβη
196. Οι προσφεύγοντες της προσφυγής αριθ. 18766/11 ισχυρίστηκαν ότι είχαν υποστεί υλικές ζημιές, ως αποτέλεσμα των απωλειών σε ημέρες άδειας για οικογενειακούς λόγους, καθώς και στα επιδόματα, και στην αδυναμία να απολαύσουν ένα δάνειο, ζημίες που ήταν όμως δύσκολο να ποσοτικοποιηθούν. Σημείωσαν επίσης ότι είχαν υποστεί ηθική βλάβη, χωρίς να υπάρχει μια συγκεκριμένη απαίτηση από την άποψη αυτή.

197. Οι προσφεύγοντες της προσφυγής αριθ. 36030/11 ισχυρίστηκαν ηθική βλάβη σε ένα ποσό που καθορίζεται από το Δικαστήριο, αν και θεωρείται ότι τα 7.000 EUR σε κάθε προσφεύγοντα μπορεί να θεωρηθούν δίκαια σύμφωνα με την ανάθεση που έγινε στην Βαλλιανάτος (προπαρατεθείσα). Επίσης, ζήτησαν από το Δικαστήριο να προβεί σε συγκεκριμένες συστάσεις προς την κυβέρνηση προκειμένου να νομοθετήσει υπέρ των πολιτικών ενώσεων για λεσβιακά ζευγάρια.

198. Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν υποστεί καμία πραγματική ζημία.

199. Το Δικαστήριο σημείωσε πως η χρηματική αξίωση των προσφευγόντων στις προσσφυγές αριθ. 18766/11 ήταν ακαθόριστη και
αβάσιμη. Από την άλλη πλευρά, το Δικαστήριο θεωρεί ότι όλοι οι προσφεύγοντες έχουν υποστεί ηθική βλάβη, και η αποζημείωση 5.000 ευρώ στον κάθε προσφεύγοντα, συν οποιοδήποτε φόρο που μπορεί να οφείλεται σε αυτούς, υπό την άποψη αυτή.

200. Τέλος, σε σχέση με το αίτημα των προσφευγόντων, το Δικαστήριο σημειώνει ότι έχει βρεθεί ότι η απουσία ενός νομικού πλαισίου που να επιτρέπει την αναγνώριση και προστασία της σχέσης τους παραβιάζει τα δικαιώματά τους σύμφωνα με το Άρθρο 8 της Σύμβασης. Σύμφωνα με το Άρθρο 46 της Σύμβασης, είναι η εναγόμενη Χώρα που πρέπει να εφαρμόσει, υπό την επίβλεψη της Υπουργικής Επιτροπής, κατάλληλα γενικά ή, και μεμονωμένα μέτρα για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της στην εξασφάλιση του δικαιώματος των προσφευγόντων και άλλων προσώπων που βρίσκονται στην ίδια θέση με τους προσφεύγοντες στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής τις (Δείτε υπόθεση Scozzari και Giunta κατά Ιταλίας [GC], αριθ. 39221/98 και 41963/98, § 249, ΕΔΑΔ 2000-VIII, υπόθεση Christine Goodwin, προπαρατεθείσα, § 120, ΕΔΑΔ 2002-VI, και υπόθεση S. και Marper κατά Αγγλίας [GC], αριθ. 30562/04 και 30566/04, § 134, ΕΔΑΔ 2008).

B. Δαπάνες και έξοδα
201. Οι προσφεύγοντες στην προσφυγή αριθ. 18766/11 διεκδίκησαν επίσης 8.200 ευρώ για τα έξοδα και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και 5.000 ευρώ για εκείνα στα οποία υποβλήθηκαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου.

202. Οι προσφεύγοντες της προσφυγής αριθ. 36030/11 διεκδίκησαν 11,672.96 ευρώ για έξοδα και δαπάνες που έγιναν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, όπως υπολογίσθηκε σύμφωνα με το ιταλικό δίκαιο και λαμβάνοντας υπόψη τα πολύπλοκα ζητήματα που αντιμετώπισαν με την υπόθεση, καθώς και τις εκτεταμένες παρατηρήσεις, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων των τρίτων μερών.

203. Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι οι αξιώσεις των προσφευγόντων για τα έξοδα ήταν "αβάσιμες και χωρίς καμία υποστήριξη".

204. Σύμφωνα με τη δικαστηριακή νομολογία του Δικαστηρίου, μία προσφεύγουσα-ων δικαιούται την επιστροφή των εξόδων και δαπανών μόνο κατά το μέτρο που έχει αποδειχθεί ότι αυτά είναι πραγματικά, αναγκαία και εύλογα. Στην προκειμένη υπόθεση, λαμβανομένων υπόψη των εγγράφων που έχει στην κατοχή του και με τα παραπάνω κριτήρια, το Δικαστήριο απορρίπτει το αίτημα για τις δαπάνες και τα έξοδα κατά τις εθνικές διαδικασίες, καθώς δεν έχει τεκμηριωθεί μέσω των εγγράφων. Το Δικαστήριο, αφού εξέτασε τους δύο ισχυρισμούς που διατυπώνονται από τους διάφορες δικηγόρους και την έλλειψη λεπτομέρειας στην αξίωση σχετικά με την προσφυγή αριθ. 18766/11, θεωρεί επίσης εύλογο να επιδικάσει το ποσό των ευρώ 4.000 από κοινού, πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να βαρύνει τους προσφεύγοντες όσον αφορά την προσφυγή αριθ. 18766/11 και 10.000 ευρώ, από κοινού, πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να βαρύνει τους προσφεύγοντες, πρέπει να καταβαβληθεί απευθείας στους τραπεζικούς λογαριασμούς των εκπροσώπων τους, όσον αφορά την προσφυγή αριθ. 36030/11 για τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.

Γ. Τόκοι υπερημερίας
205. Το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο ότι το επιτόκιο υπερημερίας θα πρέπει να βασίζεται στο επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στο οποίο θα πρέπει να προστεθούν τρεις ποσοστιαίες μονάδες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΜΟΦΩΝΑ,

1. Κηρύσσει τη προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 8, μόνο και το Άρθρο 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 παραδεκτή, και το υπόλοιπο των προσφυγών απαράδεκτο,

2. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 8 της Σύμβασης,

3. Αποφαίνεται ότι δεν υπάρχει λόγος να εξετάσει την προσφυγή βάσει του Άρθρου 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 της Σύμβασης,

4. Αποφαίνεται
(α) ότι η εναγόμενη Χώρα οφείλει να καταβάλει στους προσφεύγοντες, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση θα καταστεί τελεσίδικη σύμφωνα με το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης, τα ακόλουθα ποσά:


(i) 5.000 € (πέντε χιλιάδες ευρώ) στον κάθε ένα, πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να οφείλεται ως φόρος, για μη χρηματική βλάβη,

(ii) 4.000 € (τέσσερεις χιλιάδες ευρώ), από κοινού, στους προσφεύγοντες της προσφυγής αριθ. 18766/11, πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να βαρύνουν τους προσφεύγοντες, όσον αφορά τις δαπάνες και έξοδα,

(iii) 10.000 € (δέκα χιλιάδες ευρώ), από κοινού, στους προσφεύγοντες της προσφυγής με αριθ. 36030/11, πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να βαρύνει τους προσφεύγοντες, όσον αφορά τις δαπάνες και τα έξοδα, πρέπει να καταβληθεί απευθείας σε τραπεζικούς λογαριασμούς των εκπροσώπων τους”,

(β) ότι από τη λήξη των προαναφερθέντων τριών μηνών μέχρι την αποπληρωμή θα καταβάλλεται απλός τόκος για τα πιο πάνω ποσά με επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά την περίοδο υπερημερίας συν τρεις ποσοστιαίες μονάδες,

5. Απορρίπτει το αίτημα των προσφευγόντων για δίκαιη ικανοποίηση.
Συντάχθηκε στη γαλλική γλώσσα και στη συνέχεια κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 21 Ιουλίου 2015, σύμφωνα με το άρθρο 77 §§ 2 και 3 του Κανονισμού του Δικαστηρίου.

Françoise Elens-PassosPäivi Hirvelä
Η Προεδρίνα της Γραμματείας

Σύμφωνα με το άρθρο 45 § 2 της Σύμβασης και το άρθρο 74 § 2 του Κανονισμού του Δικαστηρίου, η χωριστή γνώμη του δικαστή Mahoney που ενώνεται με δικαστές Tsotsoria και Vehabović επισυνάπτεται στην παρούσα απόφαση.



P.H.
F.E.P.


Βρίσκεστε στο 13ο μέρος για να βρεθείτε στο 14ο μέρος πατήστε εδώ
Την είδηση την βρήκαμε στις 21.10.2015 και την μεταφράσαμε από την
http://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-156265#{%22itemid%22:[%22001-156265%22]}